Τα Diaries ενός Διεθνολόγου no. 2: Ποιός Σχολιάζει Τί;

Πίσω από τις περισσότερες ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές υπάρχει ένα τμήμα ή μια ομάδα παραγωγής που στελεχώνεται από άτομα που πολλές φορές κάνουν και την περισσότερη δουλειά, σε συνεργασία με τους παρουσιαστές, για την προετοιμασία των εκπομπών. Είναι τα ίδια άτομα που αναλαμβάνουν, κατά κανόνα, να επικοινωνήσουν και να προσκαλέσουν πιθανούς φιλοξενούμενους στην εκπομπή. Όταν αυτό γίνει αρκετές φορές αναπτύσσεται και μια φιλική οικειότητα μεταξύ των καλεσμένων και των ανθρώπων της παραγωγής τους οποίους, κατά τα άλλα, μπορεί να μην δεις και ποτέ από κοντά.

Πήρα λοιπόν μια μέρα ένα από τα συνηθισμένα τηλεφωνήματα για να σχολιάσω σε μια εκπομπή. Το θέμα αφορούσε, αν θυμάμαι καλά, τις γερμανικές εκλογές. O διάλογος έγινε ως εξής:

  • Δεν σχολιάζω τις γερμανικές εκλογές, ούτε και οποιεσδήποτε άλλες ευρωπαϊκές εκλογές. Αν ήταν τουρκικές, αιγυπτιακές, κτλ., πολύ ευχαρίστως.
  • Γιατί δεν σχολιάζεις;
  • Διότι δεν εξειδικεύομαι στην εσωτερική πολιτική των ευρωπαϊκών κρατών. Αυτά που μπορώ να πω είναι πολύ γενικά και δεν είμαι σίγουρος αν θα έχουν κάποια αξία.
  • Ναι, όμως δεν είσαι Διεθνολόγος;
  • Είμαι. Αλλά Διεθνολόγος δεν σημαίνει παντογνώστης. Ο κάθε Διεθνολόγος έχει κάποιους τομείς εξειδίκευσης. Άσε που διάφοροι άλλοι έρχονται και σχολιάζουν επί παντός επιστητού.
  • Με δυσκολεύεις διότι θα πρέπει τώρα να βρω κάποιον άλλο, αλλά μόνο και μόνο για αυτό που είπες και τη στάση που κρατάς αξίζει τον κόπο.

Η συζήτηση έγινε μεταξύ σοβαρού και αστείου. Και το λέω για να ξεκαθαρίσω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε τριβή ή επίμονη απαίτηση από το άτομο που τηλεφώνησε [διότι στον γραπτό λόγο τα πάντα μπορεί να παρεξηγηθούν]. Και βεβαίως αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που έγινε κάτι τέτοιο. Παρόμοια πράγματα έχω εκφράσει στις παραγωγές διάφορων εκπομπών, με αφορμή κυρίως ευρωπαϊκές εκλογές (Γαλλικές, Βρετανικές, Γερμανικές, Brexit, κτλ.). Κάνει πάντα εντύπωση διότι δεν τηρούν πολλοί αυτή τη στάση – βέβαια ξέρω από πρώτο χέρι ότι δεν είμαι ο μόνος, και συγχαίρω τους συναδέλφους για την υπευθυνότητα και την ακεραιότητά τους. Παρόμοια στάση κρατώ και στο θέμα του Κυπριακού αλλά για άλλους λόγους. Ας αφήσω όμως το θέμα αυτό για άλλη φορά.

Η πραγματικότητα είναι πως δεν ξεκίνησα ακριβώς έτσι. Η πρώτη μου παρέμβαση έγινε πριν από 5 χρόνια, σε ηλικία 26 χρονών, στην τηλεόραση του ΡΙΚ 1, για το θέμα του αιγυπτιακού πραξικοπήματος,  μετά από την ευγενική πρόσκληση τότε του κ. Πανίκου Χατζηπαναγή – σημερινός διευθυντής ειδήσεων. Το αναφέρω γιατί ήταν ρίσκο για έναν δημοσιογράφο να καλέσει κάποιον, τόσο νεαρό, που δεν είχε ξαναεμφανιστεί στην τηλεόραση και να τον παρουσιάσει ως ειδικό – για αυτό τον ευχαριστώ.

Τα επόμενα χρόνια έπεσα στην παγίδα να σχολιάσω και πράγματα στα οποία δεν είχα ιδιαίτερη εξειδίκευση. Όχι ότι είπα κάτι λάθος [για τα λάθη θα μιλήσω σε άλλο άρθρο] καθώς κινήθηκα σε ασφαλή πλαίσια, αλλά σίγουρα δεν έδωσα την εικόνα με τον ίδιο τρόπο που θα το έκανε ένας πιο ειδικός στο θέμα. Η διαδικασία των πέντε χρόνων που οδήγησε στο σήμερα με δίδαξε πολλά για τον εαυτό μου και τους άλλους. Ανέπτυξα (και ακόμα αναπτύσσω) αισθητήρια για το που πρέπει να παρουσιαστώ, πότε και για ποιο θέμα. Νομίζω ότι ο τελευταίος χρόνος (για να μην πω ο τελευταίος μήνας) ήταν ιδιαίτερα καθοριστικός σε αυτό που έχω σήμερα διαμορφωμένο στο μυαλό μου.

Βασικός σκοπός μου είναι η ενημέρωση του κοινού και η παροχή ερεθισμάτων, πληροφοριών και προοπτικών αντίληψης που θα βοηθήσουν τον μέσο πολίτη να διαμορφώσει όσο πιο αντικειμενικά γίνεται τη δική του άποψη. (Δεν θεωρώ τις δικές μου απόψεις θέσφατες, αλλά ψάχνω για αντίστοιχα επιχειρήματα προκειμένου να λάβω σοβαρά υπόψη τον όποιο αντίλογο.) Λοιπόν, δεν είναι όλα τα βήματα που «παρέχονται» ωφέλιμα προς τον σκοπό της ενημέρωσης και αυτού που εγώ θέλω να καταφέρω. Διότι η δόμηση της συζήτησης και η διαχείρισή της  (οι χρόνοι που δίνονται, το ύφος, οι ερωτήσεις, κτλ.) εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον/την δημοσιογράφο, το κανάλι/σταθμό (κάποτε και την εφημερίδα), και τους υπόλοιπους καλεσμένους (αν υπάρχουν). Και ναι, υπάρχουν συζητήσεις – όχι ότι είναι μυστικό – που εξυπηρετούν πολιτικούς-ιδεολογικούς σκοπούς. Προσωπικά, αυτού του είδους οι συζητήσεις δεν με ενδιαφέρουν. Και πλέον έχω ξεκαθαρίσει για μένα πού και πότε θα κάνω παρεμβάσεις.

Η ανάγκη όμως για «γέμισμα» του τηλεοπτικού/ραδιοφωνικού χρόνου παραμένει, και έτσι όλο και κάποιος πρέπει να παρουσιάζεται στη θέση του σχολιαστή. Οι τελευταίες μέρες έδειξαν ότι αυτοί μπορεί να είναι εξαιρετικοί (εξαιρώ τον εαυτό μου και θα μπορούσα να δώσω άλλα ονόματα ωστόσο σε αυτή τη φάση νομίζω πως δεν υπάρχει λόγος), ημιμαθείς, αναλυτικές γλάστρες, ή ακόμα και επικίνδυνοι τρομολάγνοι, πολεμοχαρείς, κινδυνολόγοι. Και υπόψη ότι αυτός που σπέρνει τον φόβο είναι συνήθως αυτός που νιώθει φόβο και δεν έχει τα κατάλληλα εργαλεία (π.χ. γνώσεις, ψυχοσύνθεση) για να τον φιλτράρει. Και αν όντως τα πράγματα είναι επικίνδυνα να το εκφράσει με έναν εποικοδομητικό τρόπο. Διότι κατά τα άλλα ο φόβος είναι βασικό ένστικτο που χρειάζεται. Αλλά όχι ένστικτο που πρέπει να μας καταβάλλει.

[Μπορείτε να δείτε αυτό το σχετικό βίντεο όπου παρουσιάζομαι φανερά ενοχλημένος για το συγκεκριμένο πρόβλημα.]

Όποιος εκφέρει άποψη δημόσια, έχει και την αντίστοιχη ευθύνη.

Κλείνοντας, όμως, θέλω να πω ότι υπάρχει και το εξής παράδοξο: οι κινδυνολόγοι ή γενικά όσοι παραπληροφορούν, το κάνουν μέσω της επίκλησης στις υφιστάμενες – και κατεστημένες – αντιλήψεις και απόψεις, και στους υφιστάμενους φόβους και τις φοβίες που υπάρχουν μέσα στην κοινωνία. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι εδραιώνονται ως αυθεντίες διότι ουσιαστικά μας λένε αυτά που θέλουμε να ακούσουμε, και κατά καιρούς ανανεώνουν την αυτό-επιβεβαίωσή τους μέσα από καινούργιες παρεμβάσεις – χωρίς να έχουν οι ίδιοι ιδιαίτερο κόστος. Όταν λοιπόν υπάρχουν – σχηματικά πάντα το αναφέρω – 10 άτομα που επιχειρηματολογούν για το Χ με βάση ένα ημιμαθές ή ιδεολογικά καθοδηγούμενο υπόβαθρο, είναι πολύ δύσκολο για τον ένα ή τους δύο που θα επιχειρηματολογήσουν για το Ψ να εισακουστούν. Ευτυχώς αυτό δεν ισχύει πάντα. Εκτός τούτου, οι δεύτεροι έχουν και πολύ μεγάλο κόστος. Γι’ αυτό έγραψα και στο προηγούμενο άρθρο ότι η δημόσια έκθεση έχει μεγάλο κόστος για κάποιον που θέλει να κάνει σωστά τη δουλειά του, με σεβασμό στον τηλεθεατή/ακροατή/αναγνώστη, και θέλει να δώσει μια όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική προσέγγιση. Για αυτό το κόστος θα μιλήσω την επόμενη φορά.

Υ.Γ. Συγγνώμη, πάλι μακρηγόρησα.

Πατήστε εδώ για Τα Diaries ενός Διεθνολόγου no. 1: Το Προφίλ.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s