Author Archives: Zenonas Tziarras

Μαρί Ιούλιος, 2011 – Οι Προεκτάσεις της Τραγωδίας

Νωρίς τα ξημερώματα της 11ης Ιουλίου 2011 μετά από περιστατικό πυρκαγιάς στην Ναυτική Βάση Ευάγγελου Φλωράκη στο Μαρί, εξεράγησαν 98 εμπορευματοκιβώτια με εκρηκτικά, με αποτέλεσμα 13 νεκρούς και 62 τραυματίες. Είχε επίσης ανυπολόγιστες ζημιές στη Ναυτική Βάση, στον ηλεκτροπαραγωγό σταθμό της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ) και σε περιουσίες στα γύρω χωρία, αφού το ωστικό κύμα της έκρηξης είχε ακτίνα μεγαλύτερη των τριών χιλιομέτρων. Τα εμπορευματοκιβώτια απετέλεσαν τα τελευταία τρία χρόνια αντικείμενο συζητήσεων στο Υπουργείο Άμυνας (ΥΠΑΜ), στην Επιτροπή Άμυνας της Βουλής αλλά και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ), χωρίς να παρουσιαστούν όμως ουσιαστικά αποτελέσματα ή λύσεις.

Το τραγικό αυτό συμβάν σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες τοπικές, περιφερειακές και διεθνείς συγκυρίες έχει παρουσιάσει σοβαρές επιπτώσεις σε πολλούς τομείς από τους οποίους ο οικονομικός δεν είναι ο λιγότερο σημαντικός. Περαιτέρω, αναδύει ερωτηματικά για το ρόλο και την κατάσταση της Εθνικής φρουράς (ΕΦ) καθώς και για το μέλλον του τόπου. Χωρίς να ασχοληθούμε ιδιαίτερα με το τραγελαφικό πολιτικό και παραπολιτικό παρασκήνιο που ξετυλίγεται σε επίπεδο πολιτικών κομμάτων μετά το τραγικό συμβάν, θα εξετάσουμε παρακάτω εν συντομία κάποιους από τους τομείς που επηρεάζονται από τη «βιβλική» – όπως ονομάστηκε – καταστροφή στο Μαρί και θα καταλήξουμε προτείνοντας την κατάργηση της ΕΦ για συγκεκριμένους λόγους και με συγκεκριμένα επιχειρήματα, μακριά από ιδεοληψίες και δογματικές αντιλήψεις.

Οικονομία

Όπως είναι γνωστό ολόκληρος ο κόσμος και ιδιαίτερα η Ευρώπη περνά μια οικονομική κρίση που έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση τόσο των εθνικών οικονομιών όσο και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της κρίσης της Ευρωζώνης. Τρανταχτά παραδείγματα αυτής της οικονομικής κρίσης είναι η Ελλάδα, η Ισπανία, ακόμα και οι ΗΠΑ, ενώ τους τελευταίους μήνες φαίνεται ότι μπήκε και η Κύπρος στον κατάλογο των επηρεασμένων χωρών. Υπό αυτό το πρίσμα, η συγκυρία μέσα στην οποία έλαβε χώρα η εν λόγω τραγωδία του Ιούλη δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερη. Υπολογισμοί λένε ότι η συνολική ζημιά που η έκρηξη προκάλεσε στην οικονομία, ξεπερνά τα 2.5 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ήδη επιβαρυνθεί τα μέγιστα ούτως ώστε να ανακτήσει την παραγωγή ενέργειας που χάθηκε από την καταστροφή του σταθμού, η οποία κάλυπτε το 50%-60% της ζήτησης ηλεκτρικού ρεύματος.

Η τραγωδία στο Μαρί σηματοδότησε και το σημείο καμπής της ήδη αποδυναμωμένης κυπριακής οικονομίας. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες έχουν αρχίσει να διαφαίνονται ενώ υπάρχουν και άμεσες επιπτώσεις στην οικονομία. Αν και η έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος έχει προκαλέσει οικονομικές ζημιές σε μικρομεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις που αποτελούν την ατμομηχανή της κυπριακής οικονομίας, οι εκτιμήσεις που προέβλεπαν μείωση του τουρισμού και σοβαρό πλήγμα στην τουριστική βιομηχανία γενικότερα, αποδείχτηκαν λανθασμένες χάρη στην σωστή διαχείριση του ζητήματος από το κράτος. Παρόλα αυτά είναι γεγονός ότι, εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η έκρηξη στο Μαρί έδωσε καθοριστικό κτύπημα στην κυπριακή οικονομία με αποτέλεσμα πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις να έχουν κλείσει και τα ποσοστά του πληθωρισμού και της ανεργίας να έχουν αυξηθεί. Ανάσα αισιοδοξίας σε όλη αυτή τη κατάσταση δίνει το πρόσφατο δάνειο που έλαβε η ΚΔ από τη Ρωσία, ύψους 2.5 δισεκατομμυρίων ευρώ, με πολύ χαμηλό επιτόκιο.

Επιπλέον, επιπτώσεις της κυπριακής οικονομικής ύφεσης θα έχει και η οικονομία της ΕΕ αφού πλέον η αλληλεξάρτηση των κρατών-μελών της σε οικονομικό επίπεδο και η εύθραυστη οικονομική κατάσταση αυτή τη στιγμή δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Συγχρόνως, η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε η καταστροφή του ηλεκτροπαραγωγού σταθμού φέρνει στο προσκήνιο τόσο την ανάγκη για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όσο και την ανάγκη ταχείας εκμετάλλευσης των υποθαλάσσιών ενεργειακών πόρων. Η σοβαρότητα βέβαια αυτού του προβλήματος συνεπάγεται και την ανάγκη δημιουργίας μιας καλά μελετημένης στρατηγικής στον τομέα της ενέργειας ούτως ώστε να αντικρουστούν οι οποιεσδήποτε προσπάθειες εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης στην οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή η ΚΔ (βλ. για παράδειγμα τουρκικές προκλήσεις).

Γενικά, οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που έχουν υιοθετηθεί από την κυβέρνηση μαζί με τη ρωσική βοήθεια ωθούν μεν την κυπριακή οικονομία προς τα εμπρός αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα. Οι περικοπές στους μισθούς, οι αυξήσεις σε ΦΠΑ κτλ. ίσως γεμίσουν τα ταμεία προς το παρόν. Το πρόβλημα όμως δεν είναι τόσο το από που έρχονται τα λεφτά, όσο το που πάνε. Οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν είναι συστημικές και ίσως χρειαστούν ακόμα και συνταγματικές μεταρρυθμίσεις για να καταπολεμηθούν τεράστιες ετήσιες δαπάνες όπως είναι οι πολλαπλές συντάξεις, τα πολλαπλά επιδόματα, οι κατά πολύ ευνοούμενοι κρατικοί αξιωματούχοι, τα τεράστια εφάπαξ και πολλά άλλα. Επίσης, για να κινηθεί η αγορά επιβάλλεται η μείωση του ΦΠΑ και όχι η αύξηση του. Παράλληλα είναι σημαντικό να φορολογηθεί και το μεγάλο κεφάλαιο με ένα συμβολικό ποσοστό, τουλάχιστο προς το παρόν, για να ανασάνει η οικονομία. Όλα τα παραπάνω επιβάλλονται ακόμα και αν η υλοποίηση τους είναι στην πράξη πολύ δύσκολη, είτε λόγω κομματικών είτε λόγω συντεχνιακών εμποδίων. Γενικά πρέπει να γίνει έλεγχος στα έξοδα του κράτους, στις αλόγιστες δαπάνες, στις φοροδιαφυγές, στις παράνομες προμήθειες που παίρνουν μεσάζοντες από προσφορές που δίνει το κράτος σε εταιρίες κτλ. Τέλος, σημαντικές περικοπές πρέπει να γίνουν και στον τομέα της άμυνας, για τον οποίο ξοδεύεται πολύ μεγάλο μέρος του κρατικού προϋπολογισμού, με τελικό σκοπό την κατάργηση του στρατού, όπως υποστηρίζεται πιο κάτω.

Πέραν όμως της οικονομίας, τα προβλήματα επεκτείνονται και αλλού.

Πολιτική

Η οικονομική αποδυνάμωση ενός κράτους συνεπάγεται τη μείωση της συνολικής του ισχύος. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το παραλύει αλλά όντας σε μειονεκτική θέση δεν του επιτρέπει να κινηθεί όπως θέλει στην εσωτερική ή στην εξωτερική του πολιτική. Έτσι, συνήθως, χάνει τη λαϊκή υποστήριξη με συνέπεια την σύγκρουση κράτους-κοινωνίας. Στην Κύπρο όμως τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίπλοκα δεδομένου του πολιτικοστρατιωτικού προβλήματος που η Κυπριακή Δημοκρατία αντιμετωπίζει με τις τουρκικές κατοχικές δυνάμεις, την τουρκοκυπριακή ηγεσία και ιδιαίτερα την Τουρκία.

Με αφετηρία το γεγονός ότι η Τουρκία ακολουθεί διαχρονικά μια πολιτική αναμονής περιμένοντας να εκμεταλλευτεί οποιεσδήποτε πραγματικότητες προκύψουν, τότε διαφαίνονται αρνητικές πιθανότητες. Όταν ένα κράτος χάσει μερίδα της διπλωματικής του ισχύος – η οποία όντας συνδεδεμένη με όλες τις άλλες πηγές κρατικής ισχύος δεν μένει ανεπηρέαστη – τότε η αποτελεσματικότητά του στο πλαίσιο οποιωνδήποτε διαπραγματεύσεων είναι αμφίβολη. Επιπρόσθετα, αν η ΚΔ τελικά αντιμετωπίσει μια σημαντική οικονομική αποδυνάμωση τότε θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση σε ότι αφορά συμφωνίες με κράτη ή εταιρίες για τη διαχείριση των ενεργειακών της πηγών. Με αυτό το τρόπο μπαίνει δηλαδή σε ένα φαύλο κύκλο όπου η οικονομική ανεπάρκεια και η κοινωνική αστάθεια αποτρέπουν τις όποιες διεκδικήσεις. Η παρούσα χρονική στιγμή είναι ιδιαίτερα σημαντική εφόσον προκαλεί τη διπλωματική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το κράτος βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο κατά το οποίο πρέπει, παρόλη την εσωτερική κρίση που περνά, να καταφέρει να εκμεταλλευτεί σωστά τις διπλωματικές του σχέσεις για να διαχειριστεί και την εξωτερική κρίση που δημιουργείται με τις απειλές της Τουρκίας και την προσπάθεια εξόρυξης του κυπριακού φυσικού αερίου. Αν και οι μέχρι τώρα διπλωματικές ενέργειες φαίνονται επαρκείς και σωστές, το εγχείρημα είναι δύσκολο αφού πολλές φορές ο σχηματισμός στρατηγικής στα διάφορα επίπεδα διακυβέρνησης, δεν γίνεται με βάση το κρατικό συμφέρον αλλά με βάση το προσωπικό ή κομματικό συμφέρον.

Εθνική Φρουρά

Μια άλλη παράμετρος αυτού του ζητήματος, η οποία δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη, είναι αυτή της ΕΦ. Η αδυναμία της ΕΦ να χειριστεί το ζήτημα των εμπορευματοκιβωτίων και να προλάβει τα χειρότερα παρουσιάζει συστημικά προβλήματα τόσο της ίδιας όσο και του Υπουργείου Άμυνας γενικότερα. Σε αυτή τη συζήτηση φυσικά δεν πρέπει να παραμεληθεί το γεγονός ότι το τραγικό αυτό ατύχημα δεν είναι το πρώτο που συμβαίνει στην ΕΦ. Ένα παράδειγμα, το οποίο αποτελεί και τραγική σύμπτωση είναι ο θάνατος του αρχηγού της ΕΦ Ευάγγελου Φλωράκη, στις 10 Ιουλίου 2002 μετά από πτώση ελικοπτέρου, το όνομα του οποίου είχε και η Ναυτική Βάση στο Μαρί όπου έγινε η έκρηξη. Τα ατυχήματα της ΕΦ όμως δεν περιορίζονται σε αυτό. Περιλαμβάνουν και άλλους λάθος χειρισμούς πυρομαχικών ή οπλικών συστημάτων οι οποίοι κατά καιρούς προκάλεσαν θανάτους και τραυματισμούς.

Διερωτάται κανείς τι πρέπει να γίνει, ενώ έχουν βγει διάφοροι οι οποίοι υποστηρίζουν πως η ΕΦ χρειάζεται μεγαλύτερη κρατική χρηματοδότηση. Το επιχείρημα είναι ότι η ΚΔ είναι ένα κράτος υπό κατοχή και ότι πρέπει να έχει τα μέσα να αμυνθεί σε περίπτωση ανάφλεξης του προβλήματος με την Τουρκία. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι η ΕΦ, μετά το 74’, έχει σκοτώσει περισσότερους Ελληνοκύπριους στρατιώτες απ’ ότι η Τουρκία. Επίσης, όταν κάποιοι λένε πως η ΕΦ χρειάζεται περισσότερη χρηματοδότηση φαίνεται ότι υπερεκτιμούν το ρόλο και τις δυνατότητες της, υποτιμούν τις δυνατότητες της Τουρκίας, ενώ παράλληλα αγνοούν τις διαχρονικές επιπτώσεις της διατήρησης της ΕΦ στην οικονομία και στην κοινωνία. Τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Το παράδοξο είναι ότι με βάση την ορθολογική και νηφάλια ανάλυση των καταστάσεων γίνεται ξεκάθαρο ότι η αποστρατικοποίηση θα υπηρετούσε πολύ καλύτερα τους σκοπούς της Κυπριακής Δημοκρατίας, τόσο σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο όσο και σε στρατηγικό επίπεδο. Ακολουθεί η ανάλυση των τριών αυτών επιπέδων.

  • Οικονομικό

Καταρχήν το κόστος διατήρησης της ΕΦ είναι πολύ μεγάλο και επιβαρύνει κατά πολύ την οικονομία της ΚΔ. Ο κρατικός προϋπολογισμός του τελευταίου έτους για το Υπουργείο Άμυνας έχει ομολογουμένως μειωθεί από 115 εκατομμύρια το 2010 σε 105 εκατομμύρια το 2011 αλλά παραμένει μια μεγάλη ετήσια δαπάνη. Συγκεκριμένα τα 42 εκατομμύρια αφορούν μόνο στις τακτικές δαπάνες και τη διατήρηση του στρατεύματος της ΕΦ, και αυτό για λόγους λιτότητας. Σε περιόδους οικονομικής κρίσης, όπως η παρούσα, τέτοιου είδους μειώσεις δεν είναι ουσιαστικές, παρά μόνο επιφανειακές, ιδιαίτερα για ένα σώμα όπως η ΕΦ το οποίο στην ουσία προσφέρει μόνο αίσθημα ασφάλειας και όχι πραγματική ασφάλεια. Επίσης, η κατάργηση της στρατιωτικής θητείας (ξεκαθαρίζουμε ότι δεν υποστηρίζεται η φυγοστρατία) σημαίνει ότι οι χιλιάδες των στρατιωτών θα καταλήξουν είτε στην αγορά εργασίας και στην παραγωγή είτε στην ακαδημαϊκή/φοιτητική κοινότητα. Με αυτό τον τρόπο θα προσφέρουν στην οικονομία και στην κοινωνία αντί να επιβαρύνουν το κράτος για 2 χρόνια. Υπάρχει φυσικά και η πιθανότητα αύξησης των αριθμών της ανεργίας, ιδιαίτερα εν μέσω οικονομικής κρίσης, αλλά αυτό θα ήταν αναμενόμενο εφόσον τα ποσοστά της ανεργίας παρουσιάζουν ούτως η άλλως άνοδο. Πρέπει επίσης να γίνει μελέτη για την ανακατανομή αυτών που εργάζονται στην ΕΦ και στο ΥΠΑΜ, σε άλλες υπηρεσίες ή σώματα ασφαλείας.

  • Πολιτικό

Μια τέτοια κίνηση σε πολιτικό επίπεδο θα αφοπλίσει την Τουρκία από οποιαδήποτε επιχειρήματα διατήρησης του κατοχικού στρατού και θα δώσει στην ΚΔ ηθική και πολιτική υπεροχή – ας σημειωθεί ότι σε αμυντικό επίπεδο ουδέποτε θα μπορούσε να έχει οποιουδήποτε είδους υπεροχή. Επιπλέον, με αυτό τον τρόπο θα εξαλείφονταν και στην πράξη οποιεσδήποτε αντιλήψεις περί στρατιωτικής «απειλής» των Τουρκοκυπρίων πράγμα το οποίο θα δρούσε και σαν κίνηση καλής θελήσεως δίνοντας λόγους και για την εναντίωση των Τουρκοκυπρίων προς την Τουρκία. Μεταξύ αυτών θα είχε και διπλωματικά οφέλη υπό την έννοια ότι θα έδινε ώθηση σε αιτήματα και προτάσεις της ΚΔ σε διεθνή φόρα (οργανισμούς). Στην παρούσα φάση, η ανακοίνωση μιας τέτοιας πρόθεσης, δεδομένης της κρίσης στο Αιγαίο με την Τουρκία, ίσως να ακουγόταν παράλογη. Αν το δει κανείς όμως από άλλη σκοπιά, κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι η διεθνής κοινότητα θα έπρεπε να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της στην Κύπρο εμπράκτως εφόσον ΕΦ δεν θα υπήρχε. Παράλληλα, οι οποιεσδήποτε στρατιωτικές απόπειρες της Τουρκίας ενάντια σε ένα κράτος που δεν θα είχε αμυντικές ικανότητες, θα ξεσήκωναν μαζικές αντιδράσεις ενώ οι προθέσεις της Άγκυρας θα γίνονταν πλέον ξεκάθαρες. Επίσης η αποστρατικοποίηση θα ήταν κάτι που θα καλωσόριζαν όλοι οι διεθνείς παράγοντες σαν κίνηση καλής θελήσεως για την επίλυση του προβλήματος. Μέσα  σ’ αυτό το πλαίσιο, και επειδή η ασφάλεια παρόλα αυτά παραμένει σημαντική, η ΚΔ θα μπορούσε να ζητήσει εξωτερικές εγγυήσεις διατήρησης της ειρήνης και της αποστρατικοποίησης από ενισχυμένες δυνάμεις του ΟΗΕ αλλά και από χώρες της ΕΕ, κάτι που θα ήτανε και πιο αποτελεσματικό στο να αποτρέψει την Τουρκία από οποιαδήποτε εχθροπραξία. Με λίγα λόγια, όταν δεν παίζεις το παιχνίδι κάποιου άλλου (π.χ. της Τουρκίας) δεν μπορείς να χάσεις. Όταν θέτεις στο παιχνίδι του δικούς σου κανόνες μπορείς να κερδίσεις πολύ πιο εύκολα.  

  • Στρατηγικό

Μεταξύ άλλων, στο στρατηγικό επίπεδο εμπίπτουν και οι διαδικασίες εξοπλισμού που πολλές φορές προκύπτουν από το «δίλημμα ασφάλειας» που αντιμετωπίζουν κάποιες χώρες. Είναι δηλαδή μεταξύ του να αυξήσουν τους εξοπλισμούς τους με κίνδυνο να προκαλέσουν κάποια άλλη χώρα, και του να σταματήσουν να εξοπλίζονται – για να μην προκαλούν – με κίνδυνο να καταστούν πολύ αδύναμες για να αντιμετωπίσουν πιθανές αναθεωρητικές και επεκτατικές τάσεις κάποιας άλλης χώρας. Το παράδοξο στην περίπτωση της Κύπρου είναι ότι ένα τέτοιο δίλημμα είναι μόνο πλασματικό. Η πραγματικότητα είναι πως είτε η ΚΔ αυξήσει τους εξοπλισμούς της είτε όχι, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Τα μεγέθη της Κύπρου και της Τουρκίας είναι ανόμοια και μη συγκρίσιμα. Γι’ αυτό, καλύτερα να μεταφερθεί το παιχνίδι σε καθαρά και μόνον πολιτικό επίπεδο. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η μόνη χώρα που ξεπερνά την Τουρκία σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς είναι οι ΗΠΑ εφόσον η πρώτη έχει ξεκινήσει ένα δεκαετές πρόγραμμα εξοπλιστικών δαπανών της τάξης των 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι οι στόχοι των όποιων προσπαθειών της ΚΔ για στρατιωτική αναβάθμιση είναι εκτός πραγματικότητας και χωρίς ουσία.

Είναι πολύ πιθανόν τα περί αποστρατικοποίησης να ενοχλήσουν εφόσον η κυπριακή κοινωνία έχει εξελιχθεί μέσα σε ένα μιλιταριστικό περιβάλλον με φόβους για την ασφάλειά της. Είναι επίσης κατανοητό το γεγονός ότι η ΕΦ είναι συνειδησιακά συνδεδεμένη με εποχές και καταστάσεις όπου το εθνικό φρόνημα και η ανάγκη για αυτοδιάθεση είχαν άλλο βάρος. Στην Κύπρο όμως του 21ου αιώνα και με τα δεδομένα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή, η κρατική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται σε συναισθηματισμούς ή πολιτικές άλλων εποχών και καταστάσεων. Έτσι, στην περίφημη λατινική φράση «αν θες ειρήνη προετοιμάσου για πόλεμο», θα ήταν λογικότερο να απαντούσαμε «αν θες ειρήνη ΜΗΝ προετοιμαστείς για πόλεμο».

Καταληκτικά, και επιστρέφοντας στις επιπλοκές της κυπριακής τραγωδίας στο Μαρί, πρέπει να σημειωθεί ότι αν και δεν δόθηκε βαρύτητα στην ανάγκη για απόδοση ευθυνών, εννοείται ότι κάτι τέτοιο επιβάλλεται. Εννοείται επίσης ότι εκτός από απόδοση πρέπει να γίνει και ανάληψη των ευθυνών από του υπαίτιους, όποιοι και αν είναι αυτοί. Όμως, η διαδικασία που θα οδηγήσει σε αυτό πρέπει να γίνει με νηφαλιότητα και μακριά από συναισθηματικές εξάρσεις. Το θέατρο του παραλόγου που ξετυλίγεται στην πολιτική σκηνή και στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας δεν πρέπει να επηρεάσει τους Κύπριους. Οι ώρες είναι πραγματικά κρίσιμες για την ΚΔ. Ούτε το μίσος αλλά ούτε και οι συγκρούσεις βοηθούν. Οι παραλογισμοί, οι ακρότητες, οι άσκοπες πολιτικές συγκρούσεις, οι μικροπολιτικές σκοπιμότητες και οι πολιτικές ανευθυνότητες, είναι κάτι που έχουμε ξαναδεί και είναι ότι χειρότερο. Χρειάζεται κριτική και αυτοκριτική, χρειάζεται επίπληξη, χρειάζεται αλλαγή αλλά και ενότητα. Οι παραπάνω πραγματικότητες πρέπει να μετρηθούν με σοβαρότητα και να υιοθετηθούν αποφασιστικά μέτρα και λύσεις για την υπερπήδηση οποιωνδήποτε εμποδίων. Σε τέτοιες στιγμές δεν χωράνε επιφανειακές πολιτικές ούτε δογματικές αντιλήψεις. Οι κυβερνώντες αλλά και ολόκληρη η πολιτική σκηνή της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να εργασθούν για το κοινό καλό. Αυτή είναι η ευκαιρία τους να επιδείξουν πολιτική ακεραιότητα και να ανατρέψουν την επικρατούσα εικόνα της αποτυχίας και αναποτελεσματικότητας που διατηρεί η πολιτική σκηνή της Κυπριακής Δημοκρατίας εδώ και σχεδόν 40 χρόνια.

Δημοσίευση στο περιοδικό ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ, Τεύχος 3, Οκτ. 2011, σ. 20-23.

Continue reading

Turkey: War or Blank Shots?

The recent developments in the Eastern Mediterranean, with Turkey threatening both Israel and Cyprus in an effort to prevent them from proceeding with the extraction of the Cypriot natural gas and beyond, the question that arises is whether Turkey can – or is willing – to carry out its threats.
Given all the things it has accomplished the last decade, including the recent victory of the Islamists against the Kemalist establishment, and knowing that there is indeed a gap of power in the wider Mediterranean region, Turkey, has overestimated itself and has adopted an unprecedentedly arrogant stance which leads to the overt promotion of its national interests. But this arrogance has put it in a very difficult position from which it will hardly come out unscathed. At this moment it is balancing between two realities: the threats that it already made on the one hand and the multiple fronts it has to face on the other. For example Turkey is facing the Kurdish problem at home and on its borders with Northern Iraq, Syria and Iran. Moreover, its relations with Syria are in serious decline because of the crisis that is taking place in the latter. Furthermore, Ankara seems to be losing the support of the Iranian government particularly since it has agreed to install NATO’s anti-missile radar in Turkish soil. To this troubling situation the crisis with Israel has also been added.
Consequently, it would be rational for Turkey not to further escalate the situation. However it has already threatened Cyprus and Israel. It has already used “strategic coercion.” If it does not work, according to this kind of tactic, Turkey should normally proceed in carrying out its threats in order to maintain its credibility as a regional superpower. Anything less than that would affect its image and at the same time it would mean that such a tactic would not be convincing in the future. Therefore Turkey appears to be in a big dilemma: to engage in a war which seems to be beyond its capabilities (mainly because it will weaken its domestic security), or to step back risking the image that it tried so hard to create? The most likely scenario is that Turkey will undertake its well known violations (of airspace and marine boarders), creating small-scale events which it can easily handle, in order to keep the risky equilibrium between what it wants and what it can accomplish. Another – unlikely but nonetheless not implausible – scenario is to see Turkey going beyond what is reasonable and possible, together with a full shift in Davutoglu’s doctrine of “zero-problems” and “soft-power”.

Τουρκία: Πόλεμος ή Άσφαιρα Πυρά;

Την περασμένη εβδομάδα, η Τουρκία, διέκοψε τις διπλωματικές της σχέσεις με το Ισραήλ και εκτόξευσε απειλές κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας και των προθέσεων της για την εξόρυξη του φυσικού της αερίου που βρίσκεται εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής της Ζώνης (ΑΟΖ). Από τότε η ένταση ιδιαίτερα μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας εντείνεται ενώ η Άγκυρα δεν φαίνεται να κάνει πίσω ούτε στο ζήτημα της κυπριακής ΑΟΖ. Το ερώτημα, και η ανησυχία που προκύπτει, είναι αν πράγματι η Τουρκία μπορεί ή είναι διατεθειμένη να φέρει εις πέρας αυτές τις απειλές. Τι επιφυλάσσει το αύριο;

Είναι κατά κύριο λόγο αποδεκτό στη Δύση λοιπόν ότι η Τουρκία έχει καταφέρει να αναδυθεί σαν μια περιφερειακή υπερδύναμη παγκόσμιας κλίμακας, με πολύ ψηλό δείκτη οικονομικής ανάπτυξης και τρομερή εμπορική και διπλωματική ατζέντα ενώ παράλληλα έχει καταφέρει να αποκτήσει το ρόλο του ειρηνοποιού, του μοντέλου ισλαμικής δημοκρατίας για τα γειτονικά κράτη και του κράτους που γεφυρώνει τον Δυτικό με τον Ανατολικό κόσμο. Οι τελευταίες της κινήσεις όμως αλλάζουν εντελώς την εικόνα της ενώ παράλληλα προκαλούν, αν δεν ανατρέπουν, το δόγμα των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» του Αχμέτ Νταβούτογλου. Δεδομένων όλων αυτών που κατάφερε την τελευταία δεκαετία, συμπεριλαμβανομένης και της νίκης των Ισλαμιστών κατά του κεμαλικού κατεστημένου, και γνωρίζοντας ότι όντως υπάρχει κενό ισχύος στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, η Τουρκία, έχει υπερεκτιμήσει τον εαυτό της και έχει υιοθετήσει μια υπεροψία άνευ προηγουμένου η οποία την οδηγεί στην απροκάλυπτη προβολή των εθνικών, γεωπολιτικών και γεωοικονομικών της συμφερόντων, ακόμα και αν αυτό την φέρνει σε αντιπαράθεση με όλους.
Αυτή όμως η υπεροψία, ιδιαίτερα όσον αφορά τη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, την έχει βάλει σε μια πολύ δύσκολη θέση από την οποία μετά βίας θα βγει αλώβητη, τουλάχιστον πολιτικά ή διπλωματικά. Αυτή τη στιγμή η Άγκυρα ισορροπεί μεταξύ δύο πραγματικοτήτων: των απειλών της από τη μια και των πάμπολλων στρατιωτικών και διπλωματικών μετώπων που έχει να αντιμετωπίσει τόσο στα σύνορά της όσο και διεθνώς, από την άλλη. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει το πρόβλημα με τους Κούρδους αντάρτες στο εσωτερικό της αλλά και στα σύνορά της με το Β.Ιράκ, τη Συρία και το Ιράν. Επιπλέον οι σχέσεις Τουρκίας-Συρίας είναι σε ρήξη εφόσον η Άγκυρα απείλησε ακόμα και με πόλεμο το καθεστώς Άσαντ με αφορμή τη βία που ασκεί στου εξεγερμένους πολίτες. Παράλληλα, η Άγκυρα χάνει σιγά-σιγά και τη στήριξη της ιρανικής κυβέρνησης ιδιαίτερα από τη στιγμή που δέχτηκε να εγκαταστήσει στα εδάφη της συστήματα παρακολούθησης του ΝΑΤΟ. Σε όλο αυτό το σκηνικό προστίθεται και η κρίση με το Ισραήλ, η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να ενταθεί, καθώς και τα διπλωματικά μέτωπα με την ΕΕ, τον ΟΗΕ και τις ΗΠΑ, για το κυπριακό φυσικό αέριο.
Με όλα αυτά τα προβλήματα θα έλεγε κανείς ότι το λογικό για την Τουρκία είναι να μην προχωρήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση της κατάστασης. Παρόλα αυτά η Άγκυρα έχει ήδη κάνει τις απειλές. Έχει ήδη χρησιμοποιήσει το «στρατηγικό εξαναγκασμό», που αν δεν φέρει αποτελέσματα, για να διατηρήσει την αξιοπιστία της, πρέπει να προχωρήσει στην εκτέλεση της απειλής. Οτιδήποτε άλλο πλήττει την εικόνα της τουρκικής ισχύος και την αξιοπιστία της, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι μια τέτοια τακτική δεν θα έπειθε ούτε στο μέλλον. Άρα η Τουρκία φαίνεται να βρίσκεται σε ένα μεγάλο δίλημμα: να μπεί σε ένα πόλεμο ο οποίος φαίνεται να είναι εκτός των δυνατοτήτων της, ή να υποχωρήσει πλήττοντας την εικόνα της, σαν περιφερειακή υπερδύναμη; Το πιο πιθανό είναι να επιδοθεί σε παραβιάσεις στις οποίες μας έχει συνηθίσει (εναέριου χώρου, χωρικών υδάτων) δημιουργώντας επεισόδια μικρής κλίμακας τα οποία όμως μπορεί χειριστεί για να διατηρήσει τις επικίνδυνες τις ισορροπίες. Εκτός αν δούμε μια Τουρκία να ξεπερνά τα όρια του λογικού και των δυνατοτήτων της και πλήρη μεταβολή στο δόγμα Νταβούτογλου.
Εφημερίδα Καθημερινή, Ελλάδας.
Εφημερίδα “Καθημερινή” (Κύπρου), 08/09/2011, http://www.kathimerini.com.cy/.
Εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ” (Ελλάδος), 08/09/2011, http://www.tovima.gr/.
Εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ” (Ελλάδος), 17/09/11, http://www.tanea.gr/

Possible Geopolitical Implications of the Syrian Crisis

As the crisis in Syria keeps escalating and the violent crackdown of the Bashar al-Assad regime results in more civilian deaths, the growing instability and civil opposition is significantly challenging the die-hard regime and raises questions regarding how much longer it can keep up with the deteriorating domestic situation and the increasing international pressure. More importantly, the troubling question that emerges is what might happen when the regime is finally overthrown?
While people in Syria and the West want a major change to take place in the country, the same cannot be said for some of the other states of the Middle East. Even if western countries want al-Assad to step down they will not intervene in Syria as easily as they did in Libya because this time there is much more at stake since Syria is geographically and geopolitically located at the heart of the Middle East and all of its problems. One needs only to look at a map of Syria and observe the countries with which it shares a border (Turkey, Iraq, Lebanon, Jordan and Israel) to recognize this.
Syria also has political and strategic ties with actors that are hostile to the West such as Iran, Hezbollah and Hamas. Paradoxically, during the last decade or so Damascus has been maintaining good relationships with Turkey, a mostly western ally, as well. Nonetheless, for the last few months Turkey has been pressuring Assad to stop the violent crackdown and step down. This shift in Ankara’s behavior towards Syria was a concern for other states in the region like Iran – for various reasons which are examined below. From that perspective it seems that if the regime in Syria were to be overthrown and replaced with a pro-western one, the allies of the present Syrian regime could react in unpredictable ways out of fear, possibly disturbing the regional geopolitical realities and even the balance of power.
Iran is already worried because of Turkey’s stance towards the Syrian crisis. During the last decade the good relations between Syria and Turkey, the Kurdish problem that both states face and the “zero problems with neighbors” doctrine of Turkish foreign policy, have brought Iran and Turkey closer to each other. Yet their good relations, in the context of their competition for regional hegemony and their traditional enmity, can still be questioned. For Iran in particular, the commercial and economic bonds that were developed between itself and Turkey were of vital significance since they constituted a way out of the western embargo (which was mainly imposed to counter its nuclear policies) and give impetus to its development aims. Furthermore, Turkey was a key ally for Iran given the always tense situation between Tehran and Tel Aviv and the fact that Turkey’s relations with Israel have been in decline for the last three years. On the other hand, Turkey used its cooperation with Iran to attain more stability in the transnational Kurdish territories, for economic reasons and of course to approach the Arab-Muslim world including the Palestinians. The increasingly strained relations between Turkey and Israel and the development of better relations between Turkey, Syria and Iran have increased Ankara’s prominence among the Arab countries while creating tensions within the western-Israel alliance.
If the Syrian regime were to be replaced with a pro-western one, a number of things could happen. Iran might turn against the new Syrian regime and Turkey for supporting the change while Turkey would probably lose the support of Lebanon, Palestine and probably of other Middle East countries as well. The instability or even sectarian conflicts that could possibly emerge in Syria would create the necessary conditions for the Kurds to intensify their efforts for autonomy thus creating instability and conflicts in Northern Iraq, Turkey and Iran as well. These, in turn, could lead Israel to adopt a harder stance towards Iran and therefore force the US to undertake a more active role in backing it. Within this context Turkey’s developing solidarity with the Arab-Muslim world could fall apart and the doctrine of “zero problems” would face a setback. Hence Ankara would once again have to rely on its traditional western allies, which it has been largely neglecting of late. This, of course, would depend on Turkey’s ability to strike a balance between its old friends and its new potential enemies, especially now that it would have to face the great Iranian threat.
The above scenario may not come to fruition, yet it is far from implausible. Such a scenario would create new regional and international alliances thereby changing the current order and balance of power in the Middle East. The possibility alone of such a development indicates both the geopolitical and geostrategic importance of Syria and the reasons why the international community finds it more difficult to intervene there than it did in Libya. Even as the humanitarian crisis that is taking place there worsens, and evidence of genocide emerges, the Syrian crisis is far more complicated than the Libyan one and should consequently be handled with caution by the international community.
Zenonas Tziarras, Global Politics Online Magazine (www.global-politics.co.uk), 4 Sep. 2011.

The Sociology of the Arab Spring: A Revolt or a Revolution?

Since the beginning of the Arab uprisings there has emerged a debate on whether this domino of social movements is a revolt or a revolution. With the Tunisian and Egyptian people overthrowing their countries’ dictators, the civil war in Libya turning into a victory for the rebels against the government of Gaddafi, the Syrian crisis intensifying, and the small states of the Gulf being in a state of uncertainty and social instability, the situation is indeed very fluid but the developments of the last few months allow us to evaluate the situation and reach certain conclusions regarding the nature of the recent Middle East crisis.
The sociologist Anthony Giddens created a definition about the term “revolution” based on three elements that occurred from the study of different revolution theories. In short, he suggests that in order for a social movement to be called “revolution’ it needs to be a) a mass social movement, b) a process that will lead to fundamental and systemic changes or reforms, and c) include the use or the threat of use of violence.[1] He also stresses that those who are to rise to power must be more competent than the overthrown establishment and at the same time they must be able to accomplish at least some of their initial goals.
On the other hand revolts are of smaller scale, they last for less time and have more limited outcomes than revolutions. Of course although these elements characterize the nature of the revolutions or of the revolts, they do not identify their causes. There are different theories about what causes revolutions like the ones of Carl Marx and James Davies; nonetheless, we can safely say that, broadly speaking, a revolution is caused by the need of altering a given, often systemic, reality.[2]
A first look at the situation in the Middle East makes the job of deciding whether these social movements are revolutions or revolts very difficult. However, a second look, from the perspective of the aforementioned theoretical framework, clears things out a little. The following table presents the extent to which the most significant Middle East revolt/revolution cases agree with the three elements of the “revolution” definition. “X” indicates which elements can be found in each case.
Mass Social Movements
Fundamental Changes/Reforms
Revolutionary
Violence
Tunisia
X
Egypt
X
X
Libya
X
X
Bahrain
X
Syria
X

It should be noted that the results of the above table are subjective since different people have different views on what constitutes “violence”, “change” or “social movement”.[3] For the purposes of this article a mass social movement is not necessarily class-based or organized but it rather consists of large social masses with at least some common goals regardless of class, age, gender or ethnicity. “Fundamental changes” are important systemic or structural changes that bring about a very different order than before (e.g. perestroika in the late USSR and the end of the Cold War). “Revolutionary violence” refers to brutal violence (not to the stone throwing, for example) that is employed by the rebels as the ultimate means to accomplish the end of the revolution.
As we can see on the table, none of the Middle East social movements qualifies as a revolution although some of them are still in progress. Many would disagree with the argument that in Tunisia and Egypt changes have not taken place. However, although Ben Ali in Tunisia and Mumbarak in Egypt were overthrown, or better, stepped down, the nature of those regimes has not changed: the dictators left but the dictatorships stayed. Therefore, the reforms that the protesters have been asking for are nowhere to be seen. Furthermore it is important that the demands of the protesters were not really politicized; rather, they were focused on overthrowing the dictators and not their policies or regimes. Regarding the use of violence, in Tunisia the protests were massive but not as violent as in Egypt where even the military got divided and Egyptian soldiers fought each other.
In Libya the situation, at first, was very similar to the Egypt case: with massive protests and a divided army. The difference in Libya, though, was that the Libyan leader Gaddafi did not step down; instead he ordered a violent crackdown on the protesters. Consequently the protesters, with the help of the anti-regime military factions, became armed rebels and thus a civil war broke out. In this case there is both a social movement and violence. However the goals of the rebels are limited to the overthrowing of the regime and its leader; no one has specific aims regarding the new political system or the nature of the new regime. In Bahrain there was again massive protesting but the regime’s violent crackdown managed to contain it, and ultimately stop it, while there was not any violence from the part of the protesters. However it should be noted that in Bahrain there is also an ethnic element which inevitably gives a different character to the whole situation. The most recent crisis in Syria presents again mass social movements but the monopoly of violence is still in the hands of the government and the military. The strong ties between the government and the military make the situation even worse for the protesters because they limit the possibility of divisions among the armed forces.
In none of these cases is there an ideological or class orientation. It is just the people against the dictators and their regimes, not the people against the political system or the social structures. Furthermore, most of these revolts went on for a short period of time, apart from Libya and Syria. It is essential to add that in Egypt and Tunisia, for example, even after the end of the crackdown and the step down of the dictators the protests re-emerged, a fact which indicates that things remain mostly the same.
Even though it has been made clear that the Arab spring was not a series of revolutions, but rather a series of revolts, and that it was not a world changing fact, we should still acknowledge their importance. Through these events people realized their power and capabilities and they made a start that could mark the beginning of a new era. The fact that these people obtained some kind of political consciousness is a positive development because it could further evolve and lead to a new “Spring” that would be even more political, more organized, more demanding and more efficient.
Zenonas Tziarras,”The Sociology of the Arab Spring: A Revolt or A Revolution”, The GW Post, 13 Aug. 2011.

[1] Giddens, A., Κοινωνιολογία [Sociology], Gutenberg, 2002, p.655 or the English version, Giddens, A., Sociology, Polity Press, 6th edition, 2009.
[2] In brief, Marx argued that industrial capitalism, which succeeded feudalism, will lead to the clash between the capital owners and the working class since the economic gap between these two classes will increase dramatically and the latter will gradually question the capitalists’ authorities. This, according to Marx, will happen because of the increasing economic inequality between the two classes and the shrinkage of the middle class. On the other hand Davies challenged Marx’s argument by suggesting that ultimate poverty is not by itself the cause of revolutions since there have been periods in history when ultimate poverty existed and yet no revolutions took place. Instead, Davies says, a revolution is more likely to take place when life conditions become better. Better conditions mean greater expectations from the people; therefore when the life conditions stop becoming better and the people’s expectations are not being fulfilled the emerging “relative deprivation” creates revolutionary tendencies.
[3] There are also different ideological perspectives on how a revolution should be undertaken like the anarchic and the organized/Marxist-based ones.