Category Archives: Τουρκική Εξωτερική Πολιτική

Ευρωπαϊκή Ένωση: Στρατηγικός Εταίρος ή Λάθος Στρατηγική Επιλογή για το Κυπριακό;

Το Κυπριακό είναι ένα εν γένει περίπλοκο και πολυδιάστατο ζήτημα οχι μόνο λόγω της μακράς του ιστορίας αλλά και λόγω των πολλών μερών που εμπλέκονται σε αυτό (δύο κοινότητες, Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία, κτλ.). Αν ήτανε να το απλοποιούσαμε θα το χωρίζαμε σε δύο κύριες και βασικές διαστάσεις: 1) αυτή που έχει να κάνει με την έσωτερική κοινωνικοπολιτική κατάσταση στο νησί και τις σχέσεις των δύο κοινοτήτων, και 2) τη διεθνή διάσταση του προβλήματος η οποία περιλαμβάνει τις σχέσεις των εμπλεκομένων διεθνών δρώντων τόσο κατα τη διάρκεια του 20ου αιώνα, όσο και κατά την τελευταία και πλέον δεκαετία. Σημειωτέον ότι οι δύο διαστάσεις είναι παρόλαυτα άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους.

Ενώ η πρώτη διάσταση επικεντρώνεται στις ενδοκοινοτικές και διακοινοτικές πολιτικές συγκρούσεις αλλά και στο πώς θα επιλυθεί η κοινωνική πτυχή του προβλήματος, δηλαδή τα εναπομείναντα στοιχεία μίσους, ρατσισμού, εθνικισμού και προκαταλήψεων που υπάρχουν στις δύο κοινότητες, μέσα από προγράμματα συμφιλίωσης και την ανάπτυξη ενός βιώσιμου πολιτικού και διακυβερνητικού συστήματος που θα εφαρμοστεί στην περίπτωση Λύσης, η δεύτερη, ασχολείται με τη διπλωματική, διεθνή πτυχή, η οποία αυτή τη στιγμή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κυρίως την Κυπριακή Δημοκρατία (ΚΔ), την Τουρκία, την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Είναι γεγονός βέβαια ότι το παιχνίδι της διεθνούς σκακιέρας είναι πολύ πιο περίπλοκο. Αν και εδώ θα ασχοληθούμε με τη διεθνή διάσταση του Κυπριακού ζητήματος καλό θα ήταν να κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή εξετάζοντας παράλληλα και την εσωτερική διάσταση.

Continue reading

Τουρκία: Πόλεμος ή Άσφαιρα Πυρά;

Την περασμένη εβδομάδα, η Τουρκία, διέκοψε τις διπλωματικές της σχέσεις με το Ισραήλ και εκτόξευσε απειλές κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας και των προθέσεων της για την εξόρυξη του φυσικού της αερίου που βρίσκεται εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής της Ζώνης (ΑΟΖ). Από τότε η ένταση ιδιαίτερα μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας εντείνεται ενώ η Άγκυρα δεν φαίνεται να κάνει πίσω ούτε στο ζήτημα της κυπριακής ΑΟΖ. Το ερώτημα, και η ανησυχία που προκύπτει, είναι αν πράγματι η Τουρκία μπορεί ή είναι διατεθειμένη να φέρει εις πέρας αυτές τις απειλές. Τι επιφυλάσσει το αύριο;

Είναι κατά κύριο λόγο αποδεκτό στη Δύση λοιπόν ότι η Τουρκία έχει καταφέρει να αναδυθεί σαν μια περιφερειακή υπερδύναμη παγκόσμιας κλίμακας, με πολύ ψηλό δείκτη οικονομικής ανάπτυξης και τρομερή εμπορική και διπλωματική ατζέντα ενώ παράλληλα έχει καταφέρει να αποκτήσει το ρόλο του ειρηνοποιού, του μοντέλου ισλαμικής δημοκρατίας για τα γειτονικά κράτη και του κράτους που γεφυρώνει τον Δυτικό με τον Ανατολικό κόσμο. Οι τελευταίες της κινήσεις όμως αλλάζουν εντελώς την εικόνα της ενώ παράλληλα προκαλούν, αν δεν ανατρέπουν, το δόγμα των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» του Αχμέτ Νταβούτογλου. Δεδομένων όλων αυτών που κατάφερε την τελευταία δεκαετία, συμπεριλαμβανομένης και της νίκης των Ισλαμιστών κατά του κεμαλικού κατεστημένου, και γνωρίζοντας ότι όντως υπάρχει κενό ισχύος στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, η Τουρκία, έχει υπερεκτιμήσει τον εαυτό της και έχει υιοθετήσει μια υπεροψία άνευ προηγουμένου η οποία την οδηγεί στην απροκάλυπτη προβολή των εθνικών, γεωπολιτικών και γεωοικονομικών της συμφερόντων, ακόμα και αν αυτό την φέρνει σε αντιπαράθεση με όλους.
Αυτή όμως η υπεροψία, ιδιαίτερα όσον αφορά τη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, την έχει βάλει σε μια πολύ δύσκολη θέση από την οποία μετά βίας θα βγει αλώβητη, τουλάχιστον πολιτικά ή διπλωματικά. Αυτή τη στιγμή η Άγκυρα ισορροπεί μεταξύ δύο πραγματικοτήτων: των απειλών της από τη μια και των πάμπολλων στρατιωτικών και διπλωματικών μετώπων που έχει να αντιμετωπίσει τόσο στα σύνορά της όσο και διεθνώς, από την άλλη. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει το πρόβλημα με τους Κούρδους αντάρτες στο εσωτερικό της αλλά και στα σύνορά της με το Β.Ιράκ, τη Συρία και το Ιράν. Επιπλέον οι σχέσεις Τουρκίας-Συρίας είναι σε ρήξη εφόσον η Άγκυρα απείλησε ακόμα και με πόλεμο το καθεστώς Άσαντ με αφορμή τη βία που ασκεί στου εξεγερμένους πολίτες. Παράλληλα, η Άγκυρα χάνει σιγά-σιγά και τη στήριξη της ιρανικής κυβέρνησης ιδιαίτερα από τη στιγμή που δέχτηκε να εγκαταστήσει στα εδάφη της συστήματα παρακολούθησης του ΝΑΤΟ. Σε όλο αυτό το σκηνικό προστίθεται και η κρίση με το Ισραήλ, η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να ενταθεί, καθώς και τα διπλωματικά μέτωπα με την ΕΕ, τον ΟΗΕ και τις ΗΠΑ, για το κυπριακό φυσικό αέριο.
Με όλα αυτά τα προβλήματα θα έλεγε κανείς ότι το λογικό για την Τουρκία είναι να μην προχωρήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση της κατάστασης. Παρόλα αυτά η Άγκυρα έχει ήδη κάνει τις απειλές. Έχει ήδη χρησιμοποιήσει το «στρατηγικό εξαναγκασμό», που αν δεν φέρει αποτελέσματα, για να διατηρήσει την αξιοπιστία της, πρέπει να προχωρήσει στην εκτέλεση της απειλής. Οτιδήποτε άλλο πλήττει την εικόνα της τουρκικής ισχύος και την αξιοπιστία της, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι μια τέτοια τακτική δεν θα έπειθε ούτε στο μέλλον. Άρα η Τουρκία φαίνεται να βρίσκεται σε ένα μεγάλο δίλημμα: να μπεί σε ένα πόλεμο ο οποίος φαίνεται να είναι εκτός των δυνατοτήτων της, ή να υποχωρήσει πλήττοντας την εικόνα της, σαν περιφερειακή υπερδύναμη; Το πιο πιθανό είναι να επιδοθεί σε παραβιάσεις στις οποίες μας έχει συνηθίσει (εναέριου χώρου, χωρικών υδάτων) δημιουργώντας επεισόδια μικρής κλίμακας τα οποία όμως μπορεί χειριστεί για να διατηρήσει τις επικίνδυνες τις ισορροπίες. Εκτός αν δούμε μια Τουρκία να ξεπερνά τα όρια του λογικού και των δυνατοτήτων της και πλήρη μεταβολή στο δόγμα Νταβούτογλου.
Εφημερίδα Καθημερινή, Ελλάδας.
Εφημερίδα “Καθημερινή” (Κύπρου), 08/09/2011, http://www.kathimerini.com.cy/.
Εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ” (Ελλάδος), 08/09/2011, http://www.tovima.gr/.
Εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ” (Ελλάδος), 17/09/11, http://www.tanea.gr/

Τουρκία – Καλημέρα και Έφεξε!

Έχουν προκαλέσει οι δηλώσεις του Τούρκου πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν αλλά παράλληλα φαίνεται να έχουν ενώσει τις πολιτικές δυνάμεις τις Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ). Είπε πολλά ο κ. Ερντογάν. Μεταξύ άλλων δήλωσε ότι εάν το Κυπριακό δεν λυθεί μέχρι τη στιγμή που η ΚΔ αναλάβει την προεδρία της ΕΕ τότε οι σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ θα παγώσουν. Το Εθνικό Συμβούλιο πάντως συμφώνησε: αλλαγή στρατηγικής. «Αλλαγή στρατηγικής», «αλλαγή στρατηγικής», «αλλαγή στρατηγικής». Το ακούμε κάθε μέρα από τηλεοράσεως και το διαβάζουμε κάθε μέρα σε άρθρα βουλευτών και άλλων πολιτικών προσώπων αλλά κανείς δεν ξέρει τι σημαίνει, άσε που δεν το βλέπουμε. Ποια είναι αυτή η αλλαγή στρατηγικής αν επιτρέπεται;
Μήπως αλλαγή στρατηγικής είναι, όπως πρότεινε το ΔΗΚΟ, η αποσύνδεση των συνομιλιών κατά την Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ ή το να αποσύρουμε τις προτάσεις μας στον τομέα της διακυβέρνησης, όπως πρότειναν οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ; Ή μήπως αλλαγή στρατηγικής σημαίνει να σταματήσουμε να συζητάμε και στη βάση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας επιδιώκοντας είτε «ευρωπαϊκές» είτε άλλες λύσεις; Βέβαια το ποίο είναι το περιεχόμενο αυτών των άλλων λύσεων δεν έχει και πολύ σημασία αφού είναι ούτως η άλλως πολιτικά άκαιρες – για να μην πω και άκυρες.
Ένα σας λέω: αγρόν ηγόρασε η Άγκυρα. Ποσώς την ενδιαφέρει για τέτοιου είδους αλλαγές στρατηγικής, άσε που μπορεί να την χαροποιούσε που θα βρισκόταν απέναντι σε μια πολιτική που είναι «φύλλο στον άνεμο». Κατ’ αρχήν η απόσυρση οποιωνδήποτε προτάσεων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων πλήττει την πολιτική μας ακεραιότητα και μειώνει την αξιοπιστία μας. Τέλος, αφήνοντας πίσω τα περί αλλαγής της βάσεως λύσης, ότι και αν επιχειρήσει η ΚΔ από την προεδρία της ΕΕ δεν πρόκειται να συγκινήσει την Άγκυρα. Πρέπει πλέον να χωνέψουμε ότι η Τουρκία αντιλήφθηκε πως οι πιθανότητες που έχει για ένταξη στην ΕΕ είναι πολύ λίγες όχι μόνο λόγω των διαφωνιών που έχουν κάποια Ευρωπαϊκά κράτη αλλά και διότι, εκ των πραγμάτων, η παρούσα οικονομική κατάσταση της ΕΕ δεν επιτρέπει μια διεύρυνση του μεγέθους της Τουρκίας. Επιπλέον η διατήρηση της κατοχής στην Κύπρο έχει σαφώς περισσότερα οφέλη για την Τουρκία από αυτά που μπορεί να της προσφέρει το όποιο, πιθανότατα προσωρινό, άνοιγμα κεφαλαίων για ένταξη. Υπό αυτό το πρίσμα η Τουρκία δεν καίγεται για το τι θα προκύψει στις σχέσεις της με την ΕΕ. Ούτως η άλλως αυτό που πάντα ενδιέφερε την Άγκυρα, κατά κύριο λόγο, ήταν η εκμετάλλευση των οικονομικών στηριγμάτων που λαμβάνει από την Ένωση. Παρόλα αυτά εμείς παραμένουμε με την εντύπωση ότι μπορούμε να πιέσουμε την Τουρκία χρησιμοποιώντας τις «προσπάθειές» της για ένταξη στην ΕΕ. Είναι ακριβώς αυτή η παρωχημένη λογική που πρέπει να αλλάξει. Πρέπει να καταλάβουμε πλέον ότι το διπλωματικό παιχνίδι στη βάση της ΕΕ είναι άγονο και ότι τα όνειρα που κάναμε, με αφορμή την ευρωπαϊκή μας ένταξη το 2004, ήταν όνειρα θερινής νυκτός.
Και ενώ τα παραπάνω είναι – ή θα έπρεπε να είναι – εξόφθαλμα, οι πολιτικοί μας ανακάλυψαν ότι η Τουρκία, με τις δηλώσεις Ερντογάν, έδειξε τον πραγματικό της εαυτό και τις πραγματικές της προθέσεις. Καλημέρα και έφεξε! Κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου. Θέλαμε και «Ερντογάν» να μας πει αυτό που είναι φανερό εδώ και δεκαετίες; Τόσα χρόνια πολιτικής πάλης τώρα αντιληφθήκαμε τι γίνεται;
Τελικά, η επιλογή για αλλαγή στρατηγικής είναι μια: να σταματήσουμε να δίνουμε υπέρμετρη αξία στην ευρωπαϊκή μας δυναμική και στις σχέσεις μας με την Ελλάδα και να έχουμε ακέραια και σταθερή πολιτική στις διακοινοτικές διαπραγματεύσεις. Παράλληλα είναι ζωτικής σημασίας η επέκταση των διπλωματικών μας σχέσεων με κράτη της ευρύτερης Μέσης Ανατολής (όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος) και τη Ρωσία εντείνοντας έτσι τους οικονομικούς, πολιτικούς και ενεργειακούς μας δεσμούς με αυτές τις χώρες. Μόνο έτσι μπορούμε να δημιουργήσουμε μοχλούς πίεσης προς την Τουρκία, στηριζόμενοι κυρίως στην ενεργειακή πολιτική. Ας ξυπνήσουμε.
Ζήνωνας Τζιάρρας, Εφημερίδα “Γνώμη”, 29/07/2011, σ.10

Η σημασία της διατήρησης της κατοχής για την Τουρκία – Μια ιστορικοπολιτική προσέγγιση

Ο γεωπολιτικός ρόλος και η γεωστρατηγική θέση της Κύπρου, παρά την μεγάλη τους σημασία, δεν μονοπολούν τους λόγους για τους οποίους η Τουρκία διατηρεί την κατοχή της στην Κύπρο. Αυτό το άρθρο επικεντρώνεται σε διάφορα άλλα ζητήματα που υπάρχουν όπως αυτά του εθνικού γοήτρου, της εσωτερικής πολιτικής και της κοινής γνώμης, αλλά και εθνοτικά χαρακτηριστικά, τα οποία παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της τουρκικής πολιτικής όσον αφορά το Κυπριακό.

Κάνοντας μια αναδρομή στην πολιτική σκηνή της Τουρκίας από τα μέσα του περασμένου αιώνα, μπορούμε να παρατηρήσουμε μια πολιτική σύγκρουση μεταξύ Κεμαλιστών και Ισλαμιστών, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις εκφράστηκε και με στρατιωτικά μέσα και δημιουργούσε προβλήματα στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Ερχόμενοι στο σήμερα βλέπουμε μέσα από τις τελευταίες δύο δεκαετίες την ανάδυση ενός νέο-οθωμανικού μοντέλου που με βάση τα δύο συστατικά του (Κεμαλισμό – Ισλαμισμό), κινείται εθνικιστικά στην εσωτερική πολιτική και «επεκτατικά» στην εξωτερική χρησιμοποιώντας την «ήπια ισχύ». Με άλλα λόγια, τα «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες» για τα οποία μιλά ο Κος Νταβούτογλου.

Continue reading

Η "άγνωστη" (Υψηλή) Στρατηγική της Τουρκίας

Η ευρύτερη έννοια του όρου «υψηλή στρατηγική», αναφέρεται στο στρατηγικό σχεδιασμό ενός κράτους ή συμμαχίας κρατών για τη μέσο-μακροπρόθεσμη επίτευξη πολιτικών στόχων, χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα μέσα. Υπό αυτό το πρίσμα θα αποπειραθούμε να αναλύσουμε την τουρκική εξωτερική πολιτική και τους στόχους αυτής.
Η αποκωδικοποίηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής είναι εξαιρετικά δύσκολη και ίσως ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί, είναι μέσα από την ανάλυση ενός συνδυασμού δεδομένων.
Η Τουρκία, θα έλεγε κανείς, είναι μια χώρα: με δυτικό προσανατολισμό, σύμμαχος του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, που θέλει την ένταξή της στην ΕΕ, με μια κυβέρνηση που πασχίζει για τον εκδημοκρατισμό και την εκδυτικοποίησή της, με θεαματικά εκτεταμένη διπλωματική ατζέντα, βασισμένη στο δόγμα των «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονές της, που προσπαθεί να μετατραπεί σε ενεργειακό κόμβο και γενικά να αναδυθεί σαν μια περιφερειακή υπερδύναμη με στρατηγικό βάρος για τη Δύση. Αν και η πιο πάνω εικόνα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είναι σχετικά απλουστευμένη. Οι φιλοδοξίες της Άγκυρας φαίνεται να είναι πολύ μεγαλύτερες.
Παρόλο που οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ παραμένουν εν πολλοίς σταθερές, η Άγκυρα δεν διστάζει να τις προκαλεί συνεργαζόμενη με το Ιράν και τη Ρωσία στον οικονομικό και ενεργειακό-πυρηνικό τομέα.
Η εχθρική στάση του Ερντογάν προς το Ισραήλ, αποσκοπεί κυρίως στην προσέγγιση του αραβο-ισλαμικού κόσμου και στην διεθνή «αποξένωση» του Ισραήλ. Παράλληλα, οι προκλητικές δηλώσεις Νταβούτογλου περί της σημασίας που έχει η Τουρκία για την ΕΕ αλλά και για το γεγονός ότι η Τουρκία δεν την χρειάζεται για να αναδειχθεί ως μεγάλη στρατηγική δύναμη, είναι ενδεικτικές της ισορροπημένης διπλωματικής ακροβασίας της Άγκυρας.
Όσον αφορά την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, η Τουρκία κάνει τα πάντα για να αποτρέψει τον έλεγχο των υποθαλάσσιων ενεργειακών κοιτασμάτων από Κύπρο, Ελλάδα, Ισραήλ και Αίγυπτο. Τέλος, στην Κύπρο, παρόλο που φαίνεται να θέλει την λύση, καθυστερεί, επιδιώκοντας περισσότερες παραχωρήσεις ή καινούργιες παραμέτρους που θα της δώσουν λόγο στο χειρισμό όχι μόνο του Βόρειου αλλά και του Νότιου θαλάσσιου τμήματος της Μεγαλονήσου.
Το αποτέλεσμα της πιο πάνω εξίσωσης, είναι εμφανώς μια αναδυόμενη Τουρκία που απλώνει τα «πλοκάμια» της παντού. Ένα διαφορετικό συμπέρασμα, είναι ότι η Τουρκία προσπαθεί να παίξει όχι μόνο περιφερειακό αλλά και παγκόσμιο ρόλο. Γενικά, η απομάκρυνσή της από το Ισραήλ, η προκλητική στάση της απέναντι στις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, η συνεργασία της με το Ιράν και την Ρωσία και η σύσφιξη των σχέσεών της με τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, δείχνει μια σταδιακή αλλά ξεκάθαρη στροφή προς ένα ρόλο πιο αυτόνομο.
Το σενάριο βέβαια αυτό αν και ρεαλιστικό δεν είναι κοντινό. Επίσης, πρέπει να πούμε ότι προς το παρόν, η Άγκυρα φαίνεται να χρησιμοποιεί την ΕΕ λαμβάνοντας μεγάλες χρηματοδοτήσεις, χωρίς όμως η ίδια να δείχνει την απαραίτητη βούληση για ένταξη σ’ αυτή. Σημειωτέον ότι η τουρκική κοινή γνώμη δεν είναι υπέρ της ένταξης όπως παλιά, γεγονός που το ΑΚΡ (κυβερνών κόμμα) δεν μπορεί να παραβλέψει, αφ’ ενός διότι η κοινή γνώμη της χώρας ήταν πάντοτε βασικός πυλώνας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και αφ’ ετέρου διότι χρειάζεται τη στήριξη του λαού στις επερχόμενες εκλογές. Παράλληλα, η Άγκυρα προσπαθεί να εκμεταλλευτεί και τη θέση της στη Νατοϊκή συμμαχία ζητώντας χρηματοδοτήσεις και εγκαταστάσεις οπλικών συστημάτων στο έδαφός της.
Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι οι βλέψεις της Άγκυρας εκτείνονται πέρα από τα σύνορα της Μέσης Ανατολής και του ευρύτερου μεσογειακού χώρου. Για να εκπληρώσει τους στόχους της, επιστρατεύει όλα τα μέσα που διαθέτει και σχεδιάζει πολιτικές με μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Παρόλα αυτά, έχει να διανύσει ακόμα πολύ δρόμο και χρόνο όπου μπορεί να συμβούν πολλά, δεδομένου του συνεχώς μεταβαλλόμενου τοπικού, περιφερειακού και διεθνούς συστήματος.

Ζήνωνας Τζιάρρας
Εφημερίδα “Φιλελεύθερος”, σ.8, 10/12/2010.