Category Archives: Κυπριακό

Περί Φυγοστρατίας ο Λόγος*

Η φυγοστρατία είναι ένα θέμα το οποίο φαίνεται να απασχολεί αρκετά τελευταίως ενώ – κακώς – παραλληλίζεται συχνά και με το αίτημα ή προσπάθεια για αποστρατικοποίηση της νήσου Κύπρου. Πιο κάτω προσεγγίζεται το ζήτημα της φυγοστρατίας σαν κοινωνικό φαινόμενο, και όχι κοινωνικό κίνημα, και διαχωρίζεται από την αποστρατικοποίηση που θα έπρεπε να αποτελεί πολιτικό και στρατηγικό στόχο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Κατ’ αρχήν η φυγοστρατία δεν είναι σημάδι κοινωνικής εξέλιξης και κοινωνικής αφύπνισης όπως υποστηρίζουν οι υπέρμαχοι της φυγοστρατίας, είναι σημάδι κοινωνικής παρακμής. Δεν υποδεικνύει ότι οι νέοι – ή η κοινωνία γενικότερα –  έχουν ξεπεράσει κοινωνικά ταμπού ή συναισθηματισμούς. Το μόνο που αποδεικνύει είναι ότι η κοινωνία έχει γίνει πιο αναίσθητη, πιο ανοχική, πιο αδιάφορη, πιο εγωκεντρική κτλ. Είναι σημαντικό επίσης σ’ αυτή τη συζήτηση να γίνει διαχωρισμός μεταξύ των (δογματικών) πολέμιων της φυγοστρατίας και αυτών που την θεωρούν λάθος και πρόβλημα, διότι τα κίνητρα των δύο διαφέρουν κατά πολύ. Οι μεν στηρίζονται σε επιχειρηματολογία άνευ πραγματιστικού περιεχομένου, κυρίως ιδεολογικο-κεντρική, ενώ οι δε τοποθετούν τη φυγοστρατία στη βάση του γενικότερου κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου αναγνωρίζοντας το πρόβλημα που δημιουργεί.
 Γενικά, όσον αφορά στο φαινόμενο της φυγοστρατίας, φαίνεται ότι γίνεται υπερεκτίμηση του επιπέδου της κυπριακής νεολαίας σχετικά με την αντίληψη και την αντίδρασή της στα κακώς έχοντα της πολιτείας καθώς επίσης και ωραιοποίηση των κινήτρων των φυγόστρατων. Η προσπάθεια για αναγωγή της φυγοστρατίας σε ιδεολογικό-φιλοσοφικό κίνημα είναι τραγικό λάθος διότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και ούτε θα ισχύσει ποτέ. Δεν συμφωνεί καταρχήν με τον κοινωνιολογικό ορισμό ενός μαζικού κοινωνικού κινήματος αλλαγής. Η ουσία είναι ότι δεν πρέπει να δίνουμε σε κάποιες πραγματικότητες – όπως η φυγοστρατία – περισσότερη αξία απ’ ότι έχουν, διότι είναι επικίνδυνο και παραπλανητικό.
Η επιχειρηματολογία των υπέρμαχων της φυγοστρατίας περιέχει αρκετά σωστά σημεία που αφορούν στο χαρακτήρα, τη δομή, τη λειτουργία και διαφθορά του κρατικού και πολιτικού συστήματος. Γενικότερα όμως η ρητορική που θέλει την αναστολή – ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο φυγοστρατίας – να είναι επαναστατική κίνηση που στοχεύει στο ταρακούνημα του κράτους και στην αλλαγή του παρόντος συστήματος είναι εκτός πραγματικότητας και κάνει κομπλιμέντα στους φυγόστρατους τα οποία δεν αξίζουν εφόσον οι περισσότεροι – αν όχι όλοι – από αυτούς δρούνε βάσει προσωπικού συμφέροντος.
Είναι επίσης αποδεκτό το επιχείρημα ότι οι φυγόστρατοι δεν βρέθηκαν σε μια νύκτα και ότι υπάρχουν συγκεκριμένα αίτια που οδηγούν στην έξαρση του φαινομένου – αυτό δεν σημαίνει όμως ότι οι φυγόστρατοι οργανώθηκαν και δημιούργησαν πολιτικό κίνημα. Στην ανθρωπότητα και σε κάθε κοινωνία υπάρχει εξέλιξη με βάση τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα. Οι φυγόστρατοι είναι μια σταδιακά αυξανόμενη τάση η οποία οφείλεται στην αδυναμία του συστήματος και των χρονικών κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών συγκυριών να πείσουν ότι υπάρχει ανάγκη για στρατό. Παράλληλα, στην Κύπρο και σε όλο τον κόσμο λαμβάνει χώρα η σταδιακή διαφθορά των οποιωνδήποτε αξιών και ηθών και αυτό είναι γεγονός – αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο στρατός είναι αξία. Ο στρατός είναι μικρογραφία της κοινωνίας και χαρακτηρίζεται από πραγματικότητες όπως η ομαδική ευθύνη και η αλληλεγγύη κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Η απουσία αυτών των αισθημάτων, που κανονικά οδηγούν κάποιον να ανταποκριθεί στην επιστράτευση, έχουν ξεθωριάσει παντού και αυτό αντανακλάται και στο στρατό. Υπό αυτό το πρίσμα η φυγοστρατία είναι πολύ απλά μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου συστημικού προβλήματος το οποίο αγγίζει και το στρατό, αφού όλα είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους, και το οποίο αν συνεχίσει, θα εντείνει απλά το πρόβλημα. Σε καμία περίπτωση η φυγοστρατία δεν είναι πολιτική κίνηση – εκτός ίσως από μεμονωμένες περιπτώσεις ως εξαίρεση στον κανόνα.
. Σωστά ή λάθος, το κράτος επιβάλει την 2ετή υπηρεσία στην ΕΦ και ο καθένας είναι υποχρεωμένος να την ακολουθήσει. Είναι γεγονός ότι νόημα μπορεί να μην υπάρχει και ότι ο κόσμος θα ήταν καλύτερος χωρίς στρατούς. Η κατάργηση του στρατού υπό το πρίσμα της αποστρατικοποίησης σαν πολιτική/διπλωματική κίνηση, όμως, καμία σχέση δεν έχει με την φυγοστρατία. Το ζήτημα της αποστρατικοποίησης έχει να κάνει με πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους και όχι με το γεγονός ότι κάποιοι δεν θέλουν να υπηρετήσουν για τον ένα ή τον άλλο λόγο. Σε κάθε περίπτωση η φυγοστρατία δεν είναι λύση ούτε ο σωστός τρόπος δράσης αφού αποτελεί άναρχο και εγωκεντρικό τρόπο αντίδρασης. Με την ίδια λογική μπορούμε να περνάμε όποτε θέλουμε τα φώτα τροχαίας με κόκκινο, να κλέβουμε, να σκοτώνουμε και ούτω κάθε εξής. Η φυγοστρατία είναι μέρος του συστημικού προβλήματος. Δεν πρέπει να παταχθεί, πρέπει να συνειδητοποιηθεί.
*Το άρθρο αποτελείτε από προηγούμενες παρεμβάσεις του γράφοντος μέσα από σχόλια είτε σε κοινωνικά δίκτυα είτε σε ιστολόγια.

Ζήνωνας Τζιάρρας, Εφημερίδα Καθημερινή (Κύπρου), 11/10/2011.


!function(d,s,id){var js,fjs=d.getElementsByTagName(s)[0];if(!d.getElementById(id)){js=d.createElement(s);js.id=id;js.src=”//platform.twitter.com/widgets.js”;fjs.parentNode.insertBefore(js,fjs);}}(document,”script”,”twitter-wjs”);

Ευρωπαϊκή Ένωση: Στρατηγικός Εταίρος ή Λάθος Στρατηγική Επιλογή για το Κυπριακό;

Το Κυπριακό είναι ένα εν γένει περίπλοκο και πολυδιάστατο ζήτημα οχι μόνο λόγω της μακράς του ιστορίας αλλά και λόγω των πολλών μερών που εμπλέκονται σε αυτό (δύο κοινότητες, Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία, κτλ.). Αν ήτανε να το απλοποιούσαμε θα το χωρίζαμε σε δύο κύριες και βασικές διαστάσεις: 1) αυτή που έχει να κάνει με την έσωτερική κοινωνικοπολιτική κατάσταση στο νησί και τις σχέσεις των δύο κοινοτήτων, και 2) τη διεθνή διάσταση του προβλήματος η οποία περιλαμβάνει τις σχέσεις των εμπλεκομένων διεθνών δρώντων τόσο κατα τη διάρκεια του 20ου αιώνα, όσο και κατά την τελευταία και πλέον δεκαετία. Σημειωτέον ότι οι δύο διαστάσεις είναι παρόλαυτα άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους.

Ενώ η πρώτη διάσταση επικεντρώνεται στις ενδοκοινοτικές και διακοινοτικές πολιτικές συγκρούσεις αλλά και στο πώς θα επιλυθεί η κοινωνική πτυχή του προβλήματος, δηλαδή τα εναπομείναντα στοιχεία μίσους, ρατσισμού, εθνικισμού και προκαταλήψεων που υπάρχουν στις δύο κοινότητες, μέσα από προγράμματα συμφιλίωσης και την ανάπτυξη ενός βιώσιμου πολιτικού και διακυβερνητικού συστήματος που θα εφαρμοστεί στην περίπτωση Λύσης, η δεύτερη, ασχολείται με τη διπλωματική, διεθνή πτυχή, η οποία αυτή τη στιγμή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κυρίως την Κυπριακή Δημοκρατία (ΚΔ), την Τουρκία, την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Είναι γεγονός βέβαια ότι το παιχνίδι της διεθνούς σκακιέρας είναι πολύ πιο περίπλοκο. Αν και εδώ θα ασχοληθούμε με τη διεθνή διάσταση του Κυπριακού ζητήματος καλό θα ήταν να κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή εξετάζοντας παράλληλα και την εσωτερική διάσταση.

Continue reading

Μαρί Ιούλιος, 2011 – Οι Προεκτάσεις της Τραγωδίας

Νωρίς τα ξημερώματα της 11ης Ιουλίου 2011 μετά από περιστατικό πυρκαγιάς στην Ναυτική Βάση Ευάγγελου Φλωράκη στο Μαρί, εξεράγησαν 98 εμπορευματοκιβώτια με εκρηκτικά, με αποτέλεσμα 13 νεκρούς και 62 τραυματίες. Είχε επίσης ανυπολόγιστες ζημιές στη Ναυτική Βάση, στον ηλεκτροπαραγωγό σταθμό της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ) και σε περιουσίες στα γύρω χωρία, αφού το ωστικό κύμα της έκρηξης είχε ακτίνα μεγαλύτερη των τριών χιλιομέτρων. Τα εμπορευματοκιβώτια απετέλεσαν τα τελευταία τρία χρόνια αντικείμενο συζητήσεων στο Υπουργείο Άμυνας (ΥΠΑΜ), στην Επιτροπή Άμυνας της Βουλής αλλά και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ), χωρίς να παρουσιαστούν όμως ουσιαστικά αποτελέσματα ή λύσεις.

Το τραγικό αυτό συμβάν σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες τοπικές, περιφερειακές και διεθνείς συγκυρίες έχει παρουσιάσει σοβαρές επιπτώσεις σε πολλούς τομείς από τους οποίους ο οικονομικός δεν είναι ο λιγότερο σημαντικός. Περαιτέρω, αναδύει ερωτηματικά για το ρόλο και την κατάσταση της Εθνικής φρουράς (ΕΦ) καθώς και για το μέλλον του τόπου. Χωρίς να ασχοληθούμε ιδιαίτερα με το τραγελαφικό πολιτικό και παραπολιτικό παρασκήνιο που ξετυλίγεται σε επίπεδο πολιτικών κομμάτων μετά το τραγικό συμβάν, θα εξετάσουμε παρακάτω εν συντομία κάποιους από τους τομείς που επηρεάζονται από τη «βιβλική» – όπως ονομάστηκε – καταστροφή στο Μαρί και θα καταλήξουμε προτείνοντας την κατάργηση της ΕΦ για συγκεκριμένους λόγους και με συγκεκριμένα επιχειρήματα, μακριά από ιδεοληψίες και δογματικές αντιλήψεις.

Οικονομία

Όπως είναι γνωστό ολόκληρος ο κόσμος και ιδιαίτερα η Ευρώπη περνά μια οικονομική κρίση που έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση τόσο των εθνικών οικονομιών όσο και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της κρίσης της Ευρωζώνης. Τρανταχτά παραδείγματα αυτής της οικονομικής κρίσης είναι η Ελλάδα, η Ισπανία, ακόμα και οι ΗΠΑ, ενώ τους τελευταίους μήνες φαίνεται ότι μπήκε και η Κύπρος στον κατάλογο των επηρεασμένων χωρών. Υπό αυτό το πρίσμα, η συγκυρία μέσα στην οποία έλαβε χώρα η εν λόγω τραγωδία του Ιούλη δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερη. Υπολογισμοί λένε ότι η συνολική ζημιά που η έκρηξη προκάλεσε στην οικονομία, ξεπερνά τα 2.5 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ήδη επιβαρυνθεί τα μέγιστα ούτως ώστε να ανακτήσει την παραγωγή ενέργειας που χάθηκε από την καταστροφή του σταθμού, η οποία κάλυπτε το 50%-60% της ζήτησης ηλεκτρικού ρεύματος.

Η τραγωδία στο Μαρί σηματοδότησε και το σημείο καμπής της ήδη αποδυναμωμένης κυπριακής οικονομίας. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες έχουν αρχίσει να διαφαίνονται ενώ υπάρχουν και άμεσες επιπτώσεις στην οικονομία. Αν και η έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος έχει προκαλέσει οικονομικές ζημιές σε μικρομεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις που αποτελούν την ατμομηχανή της κυπριακής οικονομίας, οι εκτιμήσεις που προέβλεπαν μείωση του τουρισμού και σοβαρό πλήγμα στην τουριστική βιομηχανία γενικότερα, αποδείχτηκαν λανθασμένες χάρη στην σωστή διαχείριση του ζητήματος από το κράτος. Παρόλα αυτά είναι γεγονός ότι, εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η έκρηξη στο Μαρί έδωσε καθοριστικό κτύπημα στην κυπριακή οικονομία με αποτέλεσμα πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις να έχουν κλείσει και τα ποσοστά του πληθωρισμού και της ανεργίας να έχουν αυξηθεί. Ανάσα αισιοδοξίας σε όλη αυτή τη κατάσταση δίνει το πρόσφατο δάνειο που έλαβε η ΚΔ από τη Ρωσία, ύψους 2.5 δισεκατομμυρίων ευρώ, με πολύ χαμηλό επιτόκιο.

Επιπλέον, επιπτώσεις της κυπριακής οικονομικής ύφεσης θα έχει και η οικονομία της ΕΕ αφού πλέον η αλληλεξάρτηση των κρατών-μελών της σε οικονομικό επίπεδο και η εύθραυστη οικονομική κατάσταση αυτή τη στιγμή δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Συγχρόνως, η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε η καταστροφή του ηλεκτροπαραγωγού σταθμού φέρνει στο προσκήνιο τόσο την ανάγκη για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όσο και την ανάγκη ταχείας εκμετάλλευσης των υποθαλάσσιών ενεργειακών πόρων. Η σοβαρότητα βέβαια αυτού του προβλήματος συνεπάγεται και την ανάγκη δημιουργίας μιας καλά μελετημένης στρατηγικής στον τομέα της ενέργειας ούτως ώστε να αντικρουστούν οι οποιεσδήποτε προσπάθειες εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης στην οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή η ΚΔ (βλ. για παράδειγμα τουρκικές προκλήσεις).

Γενικά, οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που έχουν υιοθετηθεί από την κυβέρνηση μαζί με τη ρωσική βοήθεια ωθούν μεν την κυπριακή οικονομία προς τα εμπρός αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα. Οι περικοπές στους μισθούς, οι αυξήσεις σε ΦΠΑ κτλ. ίσως γεμίσουν τα ταμεία προς το παρόν. Το πρόβλημα όμως δεν είναι τόσο το από που έρχονται τα λεφτά, όσο το που πάνε. Οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν είναι συστημικές και ίσως χρειαστούν ακόμα και συνταγματικές μεταρρυθμίσεις για να καταπολεμηθούν τεράστιες ετήσιες δαπάνες όπως είναι οι πολλαπλές συντάξεις, τα πολλαπλά επιδόματα, οι κατά πολύ ευνοούμενοι κρατικοί αξιωματούχοι, τα τεράστια εφάπαξ και πολλά άλλα. Επίσης, για να κινηθεί η αγορά επιβάλλεται η μείωση του ΦΠΑ και όχι η αύξηση του. Παράλληλα είναι σημαντικό να φορολογηθεί και το μεγάλο κεφάλαιο με ένα συμβολικό ποσοστό, τουλάχιστο προς το παρόν, για να ανασάνει η οικονομία. Όλα τα παραπάνω επιβάλλονται ακόμα και αν η υλοποίηση τους είναι στην πράξη πολύ δύσκολη, είτε λόγω κομματικών είτε λόγω συντεχνιακών εμποδίων. Γενικά πρέπει να γίνει έλεγχος στα έξοδα του κράτους, στις αλόγιστες δαπάνες, στις φοροδιαφυγές, στις παράνομες προμήθειες που παίρνουν μεσάζοντες από προσφορές που δίνει το κράτος σε εταιρίες κτλ. Τέλος, σημαντικές περικοπές πρέπει να γίνουν και στον τομέα της άμυνας, για τον οποίο ξοδεύεται πολύ μεγάλο μέρος του κρατικού προϋπολογισμού, με τελικό σκοπό την κατάργηση του στρατού, όπως υποστηρίζεται πιο κάτω.

Πέραν όμως της οικονομίας, τα προβλήματα επεκτείνονται και αλλού.

Πολιτική

Η οικονομική αποδυνάμωση ενός κράτους συνεπάγεται τη μείωση της συνολικής του ισχύος. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το παραλύει αλλά όντας σε μειονεκτική θέση δεν του επιτρέπει να κινηθεί όπως θέλει στην εσωτερική ή στην εξωτερική του πολιτική. Έτσι, συνήθως, χάνει τη λαϊκή υποστήριξη με συνέπεια την σύγκρουση κράτους-κοινωνίας. Στην Κύπρο όμως τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίπλοκα δεδομένου του πολιτικοστρατιωτικού προβλήματος που η Κυπριακή Δημοκρατία αντιμετωπίζει με τις τουρκικές κατοχικές δυνάμεις, την τουρκοκυπριακή ηγεσία και ιδιαίτερα την Τουρκία.

Με αφετηρία το γεγονός ότι η Τουρκία ακολουθεί διαχρονικά μια πολιτική αναμονής περιμένοντας να εκμεταλλευτεί οποιεσδήποτε πραγματικότητες προκύψουν, τότε διαφαίνονται αρνητικές πιθανότητες. Όταν ένα κράτος χάσει μερίδα της διπλωματικής του ισχύος – η οποία όντας συνδεδεμένη με όλες τις άλλες πηγές κρατικής ισχύος δεν μένει ανεπηρέαστη – τότε η αποτελεσματικότητά του στο πλαίσιο οποιωνδήποτε διαπραγματεύσεων είναι αμφίβολη. Επιπρόσθετα, αν η ΚΔ τελικά αντιμετωπίσει μια σημαντική οικονομική αποδυνάμωση τότε θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση σε ότι αφορά συμφωνίες με κράτη ή εταιρίες για τη διαχείριση των ενεργειακών της πηγών. Με αυτό το τρόπο μπαίνει δηλαδή σε ένα φαύλο κύκλο όπου η οικονομική ανεπάρκεια και η κοινωνική αστάθεια αποτρέπουν τις όποιες διεκδικήσεις. Η παρούσα χρονική στιγμή είναι ιδιαίτερα σημαντική εφόσον προκαλεί τη διπλωματική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το κράτος βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο κατά το οποίο πρέπει, παρόλη την εσωτερική κρίση που περνά, να καταφέρει να εκμεταλλευτεί σωστά τις διπλωματικές του σχέσεις για να διαχειριστεί και την εξωτερική κρίση που δημιουργείται με τις απειλές της Τουρκίας και την προσπάθεια εξόρυξης του κυπριακού φυσικού αερίου. Αν και οι μέχρι τώρα διπλωματικές ενέργειες φαίνονται επαρκείς και σωστές, το εγχείρημα είναι δύσκολο αφού πολλές φορές ο σχηματισμός στρατηγικής στα διάφορα επίπεδα διακυβέρνησης, δεν γίνεται με βάση το κρατικό συμφέρον αλλά με βάση το προσωπικό ή κομματικό συμφέρον.

Εθνική Φρουρά

Μια άλλη παράμετρος αυτού του ζητήματος, η οποία δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη, είναι αυτή της ΕΦ. Η αδυναμία της ΕΦ να χειριστεί το ζήτημα των εμπορευματοκιβωτίων και να προλάβει τα χειρότερα παρουσιάζει συστημικά προβλήματα τόσο της ίδιας όσο και του Υπουργείου Άμυνας γενικότερα. Σε αυτή τη συζήτηση φυσικά δεν πρέπει να παραμεληθεί το γεγονός ότι το τραγικό αυτό ατύχημα δεν είναι το πρώτο που συμβαίνει στην ΕΦ. Ένα παράδειγμα, το οποίο αποτελεί και τραγική σύμπτωση είναι ο θάνατος του αρχηγού της ΕΦ Ευάγγελου Φλωράκη, στις 10 Ιουλίου 2002 μετά από πτώση ελικοπτέρου, το όνομα του οποίου είχε και η Ναυτική Βάση στο Μαρί όπου έγινε η έκρηξη. Τα ατυχήματα της ΕΦ όμως δεν περιορίζονται σε αυτό. Περιλαμβάνουν και άλλους λάθος χειρισμούς πυρομαχικών ή οπλικών συστημάτων οι οποίοι κατά καιρούς προκάλεσαν θανάτους και τραυματισμούς.

Διερωτάται κανείς τι πρέπει να γίνει, ενώ έχουν βγει διάφοροι οι οποίοι υποστηρίζουν πως η ΕΦ χρειάζεται μεγαλύτερη κρατική χρηματοδότηση. Το επιχείρημα είναι ότι η ΚΔ είναι ένα κράτος υπό κατοχή και ότι πρέπει να έχει τα μέσα να αμυνθεί σε περίπτωση ανάφλεξης του προβλήματος με την Τουρκία. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι η ΕΦ, μετά το 74’, έχει σκοτώσει περισσότερους Ελληνοκύπριους στρατιώτες απ’ ότι η Τουρκία. Επίσης, όταν κάποιοι λένε πως η ΕΦ χρειάζεται περισσότερη χρηματοδότηση φαίνεται ότι υπερεκτιμούν το ρόλο και τις δυνατότητες της, υποτιμούν τις δυνατότητες της Τουρκίας, ενώ παράλληλα αγνοούν τις διαχρονικές επιπτώσεις της διατήρησης της ΕΦ στην οικονομία και στην κοινωνία. Τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Το παράδοξο είναι ότι με βάση την ορθολογική και νηφάλια ανάλυση των καταστάσεων γίνεται ξεκάθαρο ότι η αποστρατικοποίηση θα υπηρετούσε πολύ καλύτερα τους σκοπούς της Κυπριακής Δημοκρατίας, τόσο σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο όσο και σε στρατηγικό επίπεδο. Ακολουθεί η ανάλυση των τριών αυτών επιπέδων.

  • Οικονομικό

Καταρχήν το κόστος διατήρησης της ΕΦ είναι πολύ μεγάλο και επιβαρύνει κατά πολύ την οικονομία της ΚΔ. Ο κρατικός προϋπολογισμός του τελευταίου έτους για το Υπουργείο Άμυνας έχει ομολογουμένως μειωθεί από 115 εκατομμύρια το 2010 σε 105 εκατομμύρια το 2011 αλλά παραμένει μια μεγάλη ετήσια δαπάνη. Συγκεκριμένα τα 42 εκατομμύρια αφορούν μόνο στις τακτικές δαπάνες και τη διατήρηση του στρατεύματος της ΕΦ, και αυτό για λόγους λιτότητας. Σε περιόδους οικονομικής κρίσης, όπως η παρούσα, τέτοιου είδους μειώσεις δεν είναι ουσιαστικές, παρά μόνο επιφανειακές, ιδιαίτερα για ένα σώμα όπως η ΕΦ το οποίο στην ουσία προσφέρει μόνο αίσθημα ασφάλειας και όχι πραγματική ασφάλεια. Επίσης, η κατάργηση της στρατιωτικής θητείας (ξεκαθαρίζουμε ότι δεν υποστηρίζεται η φυγοστρατία) σημαίνει ότι οι χιλιάδες των στρατιωτών θα καταλήξουν είτε στην αγορά εργασίας και στην παραγωγή είτε στην ακαδημαϊκή/φοιτητική κοινότητα. Με αυτό τον τρόπο θα προσφέρουν στην οικονομία και στην κοινωνία αντί να επιβαρύνουν το κράτος για 2 χρόνια. Υπάρχει φυσικά και η πιθανότητα αύξησης των αριθμών της ανεργίας, ιδιαίτερα εν μέσω οικονομικής κρίσης, αλλά αυτό θα ήταν αναμενόμενο εφόσον τα ποσοστά της ανεργίας παρουσιάζουν ούτως η άλλως άνοδο. Πρέπει επίσης να γίνει μελέτη για την ανακατανομή αυτών που εργάζονται στην ΕΦ και στο ΥΠΑΜ, σε άλλες υπηρεσίες ή σώματα ασφαλείας.

  • Πολιτικό

Μια τέτοια κίνηση σε πολιτικό επίπεδο θα αφοπλίσει την Τουρκία από οποιαδήποτε επιχειρήματα διατήρησης του κατοχικού στρατού και θα δώσει στην ΚΔ ηθική και πολιτική υπεροχή – ας σημειωθεί ότι σε αμυντικό επίπεδο ουδέποτε θα μπορούσε να έχει οποιουδήποτε είδους υπεροχή. Επιπλέον, με αυτό τον τρόπο θα εξαλείφονταν και στην πράξη οποιεσδήποτε αντιλήψεις περί στρατιωτικής «απειλής» των Τουρκοκυπρίων πράγμα το οποίο θα δρούσε και σαν κίνηση καλής θελήσεως δίνοντας λόγους και για την εναντίωση των Τουρκοκυπρίων προς την Τουρκία. Μεταξύ αυτών θα είχε και διπλωματικά οφέλη υπό την έννοια ότι θα έδινε ώθηση σε αιτήματα και προτάσεις της ΚΔ σε διεθνή φόρα (οργανισμούς). Στην παρούσα φάση, η ανακοίνωση μιας τέτοιας πρόθεσης, δεδομένης της κρίσης στο Αιγαίο με την Τουρκία, ίσως να ακουγόταν παράλογη. Αν το δει κανείς όμως από άλλη σκοπιά, κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι η διεθνής κοινότητα θα έπρεπε να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της στην Κύπρο εμπράκτως εφόσον ΕΦ δεν θα υπήρχε. Παράλληλα, οι οποιεσδήποτε στρατιωτικές απόπειρες της Τουρκίας ενάντια σε ένα κράτος που δεν θα είχε αμυντικές ικανότητες, θα ξεσήκωναν μαζικές αντιδράσεις ενώ οι προθέσεις της Άγκυρας θα γίνονταν πλέον ξεκάθαρες. Επίσης η αποστρατικοποίηση θα ήταν κάτι που θα καλωσόριζαν όλοι οι διεθνείς παράγοντες σαν κίνηση καλής θελήσεως για την επίλυση του προβλήματος. Μέσα  σ’ αυτό το πλαίσιο, και επειδή η ασφάλεια παρόλα αυτά παραμένει σημαντική, η ΚΔ θα μπορούσε να ζητήσει εξωτερικές εγγυήσεις διατήρησης της ειρήνης και της αποστρατικοποίησης από ενισχυμένες δυνάμεις του ΟΗΕ αλλά και από χώρες της ΕΕ, κάτι που θα ήτανε και πιο αποτελεσματικό στο να αποτρέψει την Τουρκία από οποιαδήποτε εχθροπραξία. Με λίγα λόγια, όταν δεν παίζεις το παιχνίδι κάποιου άλλου (π.χ. της Τουρκίας) δεν μπορείς να χάσεις. Όταν θέτεις στο παιχνίδι του δικούς σου κανόνες μπορείς να κερδίσεις πολύ πιο εύκολα.  

  • Στρατηγικό

Μεταξύ άλλων, στο στρατηγικό επίπεδο εμπίπτουν και οι διαδικασίες εξοπλισμού που πολλές φορές προκύπτουν από το «δίλημμα ασφάλειας» που αντιμετωπίζουν κάποιες χώρες. Είναι δηλαδή μεταξύ του να αυξήσουν τους εξοπλισμούς τους με κίνδυνο να προκαλέσουν κάποια άλλη χώρα, και του να σταματήσουν να εξοπλίζονται – για να μην προκαλούν – με κίνδυνο να καταστούν πολύ αδύναμες για να αντιμετωπίσουν πιθανές αναθεωρητικές και επεκτατικές τάσεις κάποιας άλλης χώρας. Το παράδοξο στην περίπτωση της Κύπρου είναι ότι ένα τέτοιο δίλημμα είναι μόνο πλασματικό. Η πραγματικότητα είναι πως είτε η ΚΔ αυξήσει τους εξοπλισμούς της είτε όχι, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Τα μεγέθη της Κύπρου και της Τουρκίας είναι ανόμοια και μη συγκρίσιμα. Γι’ αυτό, καλύτερα να μεταφερθεί το παιχνίδι σε καθαρά και μόνον πολιτικό επίπεδο. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η μόνη χώρα που ξεπερνά την Τουρκία σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς είναι οι ΗΠΑ εφόσον η πρώτη έχει ξεκινήσει ένα δεκαετές πρόγραμμα εξοπλιστικών δαπανών της τάξης των 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι οι στόχοι των όποιων προσπαθειών της ΚΔ για στρατιωτική αναβάθμιση είναι εκτός πραγματικότητας και χωρίς ουσία.

Είναι πολύ πιθανόν τα περί αποστρατικοποίησης να ενοχλήσουν εφόσον η κυπριακή κοινωνία έχει εξελιχθεί μέσα σε ένα μιλιταριστικό περιβάλλον με φόβους για την ασφάλειά της. Είναι επίσης κατανοητό το γεγονός ότι η ΕΦ είναι συνειδησιακά συνδεδεμένη με εποχές και καταστάσεις όπου το εθνικό φρόνημα και η ανάγκη για αυτοδιάθεση είχαν άλλο βάρος. Στην Κύπρο όμως του 21ου αιώνα και με τα δεδομένα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή, η κρατική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται σε συναισθηματισμούς ή πολιτικές άλλων εποχών και καταστάσεων. Έτσι, στην περίφημη λατινική φράση «αν θες ειρήνη προετοιμάσου για πόλεμο», θα ήταν λογικότερο να απαντούσαμε «αν θες ειρήνη ΜΗΝ προετοιμαστείς για πόλεμο».

Καταληκτικά, και επιστρέφοντας στις επιπλοκές της κυπριακής τραγωδίας στο Μαρί, πρέπει να σημειωθεί ότι αν και δεν δόθηκε βαρύτητα στην ανάγκη για απόδοση ευθυνών, εννοείται ότι κάτι τέτοιο επιβάλλεται. Εννοείται επίσης ότι εκτός από απόδοση πρέπει να γίνει και ανάληψη των ευθυνών από του υπαίτιους, όποιοι και αν είναι αυτοί. Όμως, η διαδικασία που θα οδηγήσει σε αυτό πρέπει να γίνει με νηφαλιότητα και μακριά από συναισθηματικές εξάρσεις. Το θέατρο του παραλόγου που ξετυλίγεται στην πολιτική σκηνή και στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας δεν πρέπει να επηρεάσει τους Κύπριους. Οι ώρες είναι πραγματικά κρίσιμες για την ΚΔ. Ούτε το μίσος αλλά ούτε και οι συγκρούσεις βοηθούν. Οι παραλογισμοί, οι ακρότητες, οι άσκοπες πολιτικές συγκρούσεις, οι μικροπολιτικές σκοπιμότητες και οι πολιτικές ανευθυνότητες, είναι κάτι που έχουμε ξαναδεί και είναι ότι χειρότερο. Χρειάζεται κριτική και αυτοκριτική, χρειάζεται επίπληξη, χρειάζεται αλλαγή αλλά και ενότητα. Οι παραπάνω πραγματικότητες πρέπει να μετρηθούν με σοβαρότητα και να υιοθετηθούν αποφασιστικά μέτρα και λύσεις για την υπερπήδηση οποιωνδήποτε εμποδίων. Σε τέτοιες στιγμές δεν χωράνε επιφανειακές πολιτικές ούτε δογματικές αντιλήψεις. Οι κυβερνώντες αλλά και ολόκληρη η πολιτική σκηνή της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να εργασθούν για το κοινό καλό. Αυτή είναι η ευκαιρία τους να επιδείξουν πολιτική ακεραιότητα και να ανατρέψουν την επικρατούσα εικόνα της αποτυχίας και αναποτελεσματικότητας που διατηρεί η πολιτική σκηνή της Κυπριακής Δημοκρατίας εδώ και σχεδόν 40 χρόνια.

Δημοσίευση στο περιοδικό ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ, Τεύχος 3, Οκτ. 2011, σ. 20-23.

Continue reading

Τουρκία: Πόλεμος ή Άσφαιρα Πυρά;

Την περασμένη εβδομάδα, η Τουρκία, διέκοψε τις διπλωματικές της σχέσεις με το Ισραήλ και εκτόξευσε απειλές κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας και των προθέσεων της για την εξόρυξη του φυσικού της αερίου που βρίσκεται εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής της Ζώνης (ΑΟΖ). Από τότε η ένταση ιδιαίτερα μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας εντείνεται ενώ η Άγκυρα δεν φαίνεται να κάνει πίσω ούτε στο ζήτημα της κυπριακής ΑΟΖ. Το ερώτημα, και η ανησυχία που προκύπτει, είναι αν πράγματι η Τουρκία μπορεί ή είναι διατεθειμένη να φέρει εις πέρας αυτές τις απειλές. Τι επιφυλάσσει το αύριο;

Είναι κατά κύριο λόγο αποδεκτό στη Δύση λοιπόν ότι η Τουρκία έχει καταφέρει να αναδυθεί σαν μια περιφερειακή υπερδύναμη παγκόσμιας κλίμακας, με πολύ ψηλό δείκτη οικονομικής ανάπτυξης και τρομερή εμπορική και διπλωματική ατζέντα ενώ παράλληλα έχει καταφέρει να αποκτήσει το ρόλο του ειρηνοποιού, του μοντέλου ισλαμικής δημοκρατίας για τα γειτονικά κράτη και του κράτους που γεφυρώνει τον Δυτικό με τον Ανατολικό κόσμο. Οι τελευταίες της κινήσεις όμως αλλάζουν εντελώς την εικόνα της ενώ παράλληλα προκαλούν, αν δεν ανατρέπουν, το δόγμα των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» του Αχμέτ Νταβούτογλου. Δεδομένων όλων αυτών που κατάφερε την τελευταία δεκαετία, συμπεριλαμβανομένης και της νίκης των Ισλαμιστών κατά του κεμαλικού κατεστημένου, και γνωρίζοντας ότι όντως υπάρχει κενό ισχύος στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, η Τουρκία, έχει υπερεκτιμήσει τον εαυτό της και έχει υιοθετήσει μια υπεροψία άνευ προηγουμένου η οποία την οδηγεί στην απροκάλυπτη προβολή των εθνικών, γεωπολιτικών και γεωοικονομικών της συμφερόντων, ακόμα και αν αυτό την φέρνει σε αντιπαράθεση με όλους.
Αυτή όμως η υπεροψία, ιδιαίτερα όσον αφορά τη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, την έχει βάλει σε μια πολύ δύσκολη θέση από την οποία μετά βίας θα βγει αλώβητη, τουλάχιστον πολιτικά ή διπλωματικά. Αυτή τη στιγμή η Άγκυρα ισορροπεί μεταξύ δύο πραγματικοτήτων: των απειλών της από τη μια και των πάμπολλων στρατιωτικών και διπλωματικών μετώπων που έχει να αντιμετωπίσει τόσο στα σύνορά της όσο και διεθνώς, από την άλλη. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει το πρόβλημα με τους Κούρδους αντάρτες στο εσωτερικό της αλλά και στα σύνορά της με το Β.Ιράκ, τη Συρία και το Ιράν. Επιπλέον οι σχέσεις Τουρκίας-Συρίας είναι σε ρήξη εφόσον η Άγκυρα απείλησε ακόμα και με πόλεμο το καθεστώς Άσαντ με αφορμή τη βία που ασκεί στου εξεγερμένους πολίτες. Παράλληλα, η Άγκυρα χάνει σιγά-σιγά και τη στήριξη της ιρανικής κυβέρνησης ιδιαίτερα από τη στιγμή που δέχτηκε να εγκαταστήσει στα εδάφη της συστήματα παρακολούθησης του ΝΑΤΟ. Σε όλο αυτό το σκηνικό προστίθεται και η κρίση με το Ισραήλ, η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να ενταθεί, καθώς και τα διπλωματικά μέτωπα με την ΕΕ, τον ΟΗΕ και τις ΗΠΑ, για το κυπριακό φυσικό αέριο.
Με όλα αυτά τα προβλήματα θα έλεγε κανείς ότι το λογικό για την Τουρκία είναι να μην προχωρήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση της κατάστασης. Παρόλα αυτά η Άγκυρα έχει ήδη κάνει τις απειλές. Έχει ήδη χρησιμοποιήσει το «στρατηγικό εξαναγκασμό», που αν δεν φέρει αποτελέσματα, για να διατηρήσει την αξιοπιστία της, πρέπει να προχωρήσει στην εκτέλεση της απειλής. Οτιδήποτε άλλο πλήττει την εικόνα της τουρκικής ισχύος και την αξιοπιστία της, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι μια τέτοια τακτική δεν θα έπειθε ούτε στο μέλλον. Άρα η Τουρκία φαίνεται να βρίσκεται σε ένα μεγάλο δίλημμα: να μπεί σε ένα πόλεμο ο οποίος φαίνεται να είναι εκτός των δυνατοτήτων της, ή να υποχωρήσει πλήττοντας την εικόνα της, σαν περιφερειακή υπερδύναμη; Το πιο πιθανό είναι να επιδοθεί σε παραβιάσεις στις οποίες μας έχει συνηθίσει (εναέριου χώρου, χωρικών υδάτων) δημιουργώντας επεισόδια μικρής κλίμακας τα οποία όμως μπορεί χειριστεί για να διατηρήσει τις επικίνδυνες τις ισορροπίες. Εκτός αν δούμε μια Τουρκία να ξεπερνά τα όρια του λογικού και των δυνατοτήτων της και πλήρη μεταβολή στο δόγμα Νταβούτογλου.
Εφημερίδα Καθημερινή, Ελλάδας.
Εφημερίδα “Καθημερινή” (Κύπρου), 08/09/2011, http://www.kathimerini.com.cy/.
Εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ” (Ελλάδος), 08/09/2011, http://www.tovima.gr/.
Εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ” (Ελλάδος), 17/09/11, http://www.tanea.gr/

Τουρκία – Καλημέρα και Έφεξε!

Έχουν προκαλέσει οι δηλώσεις του Τούρκου πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν αλλά παράλληλα φαίνεται να έχουν ενώσει τις πολιτικές δυνάμεις τις Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ). Είπε πολλά ο κ. Ερντογάν. Μεταξύ άλλων δήλωσε ότι εάν το Κυπριακό δεν λυθεί μέχρι τη στιγμή που η ΚΔ αναλάβει την προεδρία της ΕΕ τότε οι σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ θα παγώσουν. Το Εθνικό Συμβούλιο πάντως συμφώνησε: αλλαγή στρατηγικής. «Αλλαγή στρατηγικής», «αλλαγή στρατηγικής», «αλλαγή στρατηγικής». Το ακούμε κάθε μέρα από τηλεοράσεως και το διαβάζουμε κάθε μέρα σε άρθρα βουλευτών και άλλων πολιτικών προσώπων αλλά κανείς δεν ξέρει τι σημαίνει, άσε που δεν το βλέπουμε. Ποια είναι αυτή η αλλαγή στρατηγικής αν επιτρέπεται;
Μήπως αλλαγή στρατηγικής είναι, όπως πρότεινε το ΔΗΚΟ, η αποσύνδεση των συνομιλιών κατά την Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ ή το να αποσύρουμε τις προτάσεις μας στον τομέα της διακυβέρνησης, όπως πρότειναν οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ; Ή μήπως αλλαγή στρατηγικής σημαίνει να σταματήσουμε να συζητάμε και στη βάση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας επιδιώκοντας είτε «ευρωπαϊκές» είτε άλλες λύσεις; Βέβαια το ποίο είναι το περιεχόμενο αυτών των άλλων λύσεων δεν έχει και πολύ σημασία αφού είναι ούτως η άλλως πολιτικά άκαιρες – για να μην πω και άκυρες.
Ένα σας λέω: αγρόν ηγόρασε η Άγκυρα. Ποσώς την ενδιαφέρει για τέτοιου είδους αλλαγές στρατηγικής, άσε που μπορεί να την χαροποιούσε που θα βρισκόταν απέναντι σε μια πολιτική που είναι «φύλλο στον άνεμο». Κατ’ αρχήν η απόσυρση οποιωνδήποτε προτάσεων από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων πλήττει την πολιτική μας ακεραιότητα και μειώνει την αξιοπιστία μας. Τέλος, αφήνοντας πίσω τα περί αλλαγής της βάσεως λύσης, ότι και αν επιχειρήσει η ΚΔ από την προεδρία της ΕΕ δεν πρόκειται να συγκινήσει την Άγκυρα. Πρέπει πλέον να χωνέψουμε ότι η Τουρκία αντιλήφθηκε πως οι πιθανότητες που έχει για ένταξη στην ΕΕ είναι πολύ λίγες όχι μόνο λόγω των διαφωνιών που έχουν κάποια Ευρωπαϊκά κράτη αλλά και διότι, εκ των πραγμάτων, η παρούσα οικονομική κατάσταση της ΕΕ δεν επιτρέπει μια διεύρυνση του μεγέθους της Τουρκίας. Επιπλέον η διατήρηση της κατοχής στην Κύπρο έχει σαφώς περισσότερα οφέλη για την Τουρκία από αυτά που μπορεί να της προσφέρει το όποιο, πιθανότατα προσωρινό, άνοιγμα κεφαλαίων για ένταξη. Υπό αυτό το πρίσμα η Τουρκία δεν καίγεται για το τι θα προκύψει στις σχέσεις της με την ΕΕ. Ούτως η άλλως αυτό που πάντα ενδιέφερε την Άγκυρα, κατά κύριο λόγο, ήταν η εκμετάλλευση των οικονομικών στηριγμάτων που λαμβάνει από την Ένωση. Παρόλα αυτά εμείς παραμένουμε με την εντύπωση ότι μπορούμε να πιέσουμε την Τουρκία χρησιμοποιώντας τις «προσπάθειές» της για ένταξη στην ΕΕ. Είναι ακριβώς αυτή η παρωχημένη λογική που πρέπει να αλλάξει. Πρέπει να καταλάβουμε πλέον ότι το διπλωματικό παιχνίδι στη βάση της ΕΕ είναι άγονο και ότι τα όνειρα που κάναμε, με αφορμή την ευρωπαϊκή μας ένταξη το 2004, ήταν όνειρα θερινής νυκτός.
Και ενώ τα παραπάνω είναι – ή θα έπρεπε να είναι – εξόφθαλμα, οι πολιτικοί μας ανακάλυψαν ότι η Τουρκία, με τις δηλώσεις Ερντογάν, έδειξε τον πραγματικό της εαυτό και τις πραγματικές της προθέσεις. Καλημέρα και έφεξε! Κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου. Θέλαμε και «Ερντογάν» να μας πει αυτό που είναι φανερό εδώ και δεκαετίες; Τόσα χρόνια πολιτικής πάλης τώρα αντιληφθήκαμε τι γίνεται;
Τελικά, η επιλογή για αλλαγή στρατηγικής είναι μια: να σταματήσουμε να δίνουμε υπέρμετρη αξία στην ευρωπαϊκή μας δυναμική και στις σχέσεις μας με την Ελλάδα και να έχουμε ακέραια και σταθερή πολιτική στις διακοινοτικές διαπραγματεύσεις. Παράλληλα είναι ζωτικής σημασίας η επέκταση των διπλωματικών μας σχέσεων με κράτη της ευρύτερης Μέσης Ανατολής (όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος) και τη Ρωσία εντείνοντας έτσι τους οικονομικούς, πολιτικούς και ενεργειακούς μας δεσμούς με αυτές τις χώρες. Μόνο έτσι μπορούμε να δημιουργήσουμε μοχλούς πίεσης προς την Τουρκία, στηριζόμενοι κυρίως στην ενεργειακή πολιτική. Ας ξυπνήσουμε.
Ζήνωνας Τζιάρρας, Εφημερίδα “Γνώμη”, 29/07/2011, σ.10